Το Τεκμήριο της Αθωότητας και η Δικαιοσύνη «a la carte»
Shutterstock
Shutterstock

Το Τεκμήριο της Αθωότητας και η Δικαιοσύνη «a la carte»

Στον πυρήνα του νομικού πολιτισμού μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας και του κράτους δικαίου βρίσκεται το τεκμήριο της αθωότητας. Κατοχυρωμένο από την εθνική μας νομοθεσία, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το τεκμήριο αυτό ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος θεωρείται αθώος μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του «πέραν πάσης αμφιβολίας» με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

Ωστόσο, στη σύγχρονη ελληνική πολιτική πραγματικότητα, παρατηρείται μια ανησυχητική, συστηματική και επιλεκτική εργαλειοποίηση αυτού του θεμελιώδους δικαιώματος. Το πολιτικό προσωπικό, αναλόγως των κομματικών του σκοπιμοτήτων, τείνει να θυμάται το τεκμήριο της αθωότητας μόνο όταν αφορά «δικά του» στελέχη, ενώ σπεύδει να εκδώσει τηλεοπτικά και ψηφιακά «καταδικαστικά εντάλματα» για τους αντιπάλους του. Η Δικαιοσύνη αντιμετωπίζεται, έτσι, με όρους à la carte και είναι ανεξάρτητη, σοφή και «υπάρχουν δικαστές εις τας Αθήνας», όταν οι αποφάσεις της συμπλέουν με τις κομματικές επιδιώξεις, αλλά «ελεγχόμενη» και «πολιτικά καθοδηγούμενη» όταν τις διαψεύδει.

Η ανάγκη σεβασμού του τεκμηρίου της αθωότητας καθίσταται εμφανής όταν εξετάσει κανείς τη χαώδη διαφορά ανάμεσα στον δημόσιο θόρυβο κατά τη σύλληψη ή την άσκηση δίωξης και την τελική έκβαση της δικαστικής διαδικασίας. Ανατρέχοντας από τη Marfin, την ΕΛΣΤΑΤ (Γεωργίου), την NOVARTIS μέχρι τον ΟΠΕΚΕΠΕ και το ΚΕΕΛΠΝΟ (Σταμάτης Πουλής) μπορούμε άνετα να παρατηρήσουμε την ευκολία της «προκαταβολικής κρίσης και έκδοσης απόφασης» αναλόγως των πολιτικών – κομματικών κινήτρων.

Πρόσφατα, με αφορμή τις εξελίξεις γύρω από την τραγική υπόθεση της Marfin που αποτελεί μια πληγή που ακόμη αιμορραγεί στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας, ακούστηκαν πρόωρες ιαχές για «επιτέλους δικαιοσύνη» με την ανακοίνωση συλλήψεων. Η ανάγκη να βρεθούν οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί είναι επιτακτική, όμως η ταύτιση της σύλληψης με την ενοχή συνιστά βαρύ ολίσθημα. Η Δικαιοσύνη απαιτεί χρόνο, νηφαλιότητα και αποδείξεις, όχι επικοινωνιακή διαχείριση.

Ανάλογο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου πολιτικά πρόσωπα στοχοποιήθηκαν και κατηγορήθηκαν με βαρύτατους χαρακτηρισμούς, με τις περισσότερες κατηγορίες να αποδεικνύονται τελικά έωλες. Η ζημία, όμως, στην προσωπικότητα, την τιμή και την πολιτική διαδρομή των ανθρώπων αυτών είχε ήδη συντελεστεί. Στην ψηφιακή εποχή, η «ρετσινιά» της κατηγορίας παραμένει ανεξίτηλη, ενώ η δικαστική απαλλαγή περνά συχνά στα «ψιλά» των ειδήσεων.

Η σύγχρονη πολιτική ιστορία είναι γεμάτη από περιπτώσεις όπου το τεκμήριο της αθωότητας ποδοπατήθηκε στον βωμό της μικροπολιτικής σκοπιμότητας, με συγκεκριμένους πολιτικούς πρωταγωνιστές να ενορχηστρώνουν εκστρατείες σπίλωσης, για να έρθει τελικά η ίδια η Δικαιοσύνη να αποκαταστήσει την αλήθεια.

Παραβλέπουμε το «μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους» στην υπόθεση NOVARTIS δεδομένου ότι έχουν αναλυθεί τα γεγονότα εξαντλητικά.

Ανδρέας Γεωργίου (ΕΛΣΤΑΤ) και η «καραμανλική» κάλυψη: Ο πρώην επικεφαλής της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής βρέθηκε επί χρόνια στο στόχαστρο ενός πρωτοφανούς διωγμού, με κατηγορίες περί «τεχνητής διόγκωσης του ελλείμματος του 2009». Η υπόθεση αυτή εργαλειοποιήθηκε απροκάλυπτα από την πτέρυγα του Κώστα Καραμανλή και τους πολιτικούς του συμμάχους με την υποστήριξη ΣΥΡΙΖΑ και Τσίπρα. Στόχος ήταν η κατασκευή ενός βολικού αφηγήματος που θα μετέθετε τις ιστορικές και διαχρονικές ευθύνες της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας (2004–2009) για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της χώρας στους ώμους ενός τεχνοκράτη. Παρά τις επανειλημμένες απαλλακτικές προτάσεις και αποφάσεις, η πολιτική εκμετάλλευση συνεχίστηκε επί έτη, καταρρακώνοντας το κύρος ενός επιστήμονα διεθνούς βεληνεκούς για να ξεπλυθούν οι ευθύνες της διακυβέρνησης Καραμανλή που οδήγησε στα μνημόνια.

Μια άλλη εμβληματική περίπτωση αφορά τις κατηγορίες για παράνομες προσλήψεις στο ΚΕΕΛΠΝΟ. Εδώ, ο τότε Αναπληρωτής Υπουργός Υγείας, Παύλος Πολάκης, μετατράπηκε σε έναν άτυπο «δημόσιο κατήγορο», υιοθετώντας μια ρητορική μίσους, με εκφράσεις περί «συμμοριών» και «κλεφτών», προτού καν αποφανθεί η Δικαιοσύνη. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής εκστρατείας, συγκεκριμένα στελέχη και εργαζόμενοι διαπομπεύθηκαν δημόσια, απολύθηκαν από τις θέσεις τους και οδηγήθηκαν στην επαγγελματική και προσωπική εξόντωση. Οι δικαστικές αποφάσεις και τα βουλεύματα που ακολούθησαν, απαλλάσσοντας τελικά τα εμπλεκόμενα πρόσωπα (όπως τον πολιτικό του αντίπαλο Άδωνι Γεωργιάδη και στελέχη του οργανισμού), απέδειξαν ότι οι κατηγορίες είχαν δομηθεί πάνω στο προσωπικό και πολιτικό ρεβανσισμό του κ. Πολάκη και όχι σε στέρεα νομικά δεδομένα. Η ζημιά όμως για τους ανθρώπους που έχασαν τις δουλειές τους και διασύρθηκαν ήταν πλέον μη αναστρέψιμη.

Πέραν της επιλεκτικής στάσης συγκεκριμένων πολιτικών χώρων απέναντι στις δικαστικές αποφάσεις που όταν το αποτέλεσμα μιας δίκης βολεύει το πολιτικό αφήγημα, η απόφαση εξυμνείται και όταν δεν συμπίπτει με τις ιδεολογικές επιταγές, τότε βαφτίζεται «παρακράτος» ή «συγκάλυψη», εξαιρετικά επίσης, ανησυχητικό φαινόμενο, είναι η κορύφωση αυτής της θεσμικής εκτροπής που εκδηλώνεται με τη διοργάνωση μαζικών, επιθετικών συγκεντρώσεων έξω από τα δικαστικά μέγαρα κατά τη διάρκεια διεξαγωγής δικών μεγάλου κοινωνικού ή πολιτικού ενδιαφέροντος. Αυτές οι κινητοποιήσεις διοργανώνονται σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα από αριστερές συλλογικότητες, κομματικούς μηχανισμούς της ριζοσπαστικής αριστεράς και αναρχικές ομάδες πίεσης. Με πανό που αναλόγως προδικάζουν το αποτέλεσμα («Δολοφόνοι», «Ένοχοι» ή «κάτω τα χέρια από τους αγωνιστές συντρόφους»), με συνθήματα που στοχοποιούν ονομαστικά δικαστές και εισαγγελείς, και με μια μόνιμη απειλή κοινωνικής αναταραχής σε περίπτωση «μη αρεστής» απόφασης, στο όνομα του περί δικαίου αισθήματος, οι ομάδες αυτές που «γνησίως εκπροσωπούν» το περί δικαίου αίσθημα, επιχειρούν να επιβάλουν το δικό τους δίκαιο.

Οι συγκεντρώσεις αυτές αποτελούν ωμή, οργανωμένη και απαράδεκτη προσπάθεια επηρεασμού, ψυχολογικής πίεσης και εκφοβισμού των δικαστικών λειτουργών με το πρόσχημα εκδήλωσης «κοινωνικής αλληλεγγύης» ή νόμιμης άσκησης του δικαιώματος του συνέρχεσθαι. Είναι απόπειρα υποκατάστασης της συνταγματικής τάξης από τα «λαϊκά δικαστήρια» του πεζοδρομίου.

Σε μία συντεταγμένη πολιτεία, η απονομή της δικαιοσύνης δεν γίνεται στο πεζοδρόμιο. Ο δικαστής πρέπει να αποφασίζει απερίσπαστος, με βάση μόνο τα στοιχεία της δικογραφίας και το Νόμο, χωρίς να έρχεται αντιμέτωπος με τις ιαχές του πλήθους. Η δημιουργία ενός κλίματος τρομοκρατίας έξω από το δικαστήριο συνιστά ευθεία παρέμβαση στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Για τον λόγο αυτό, τέτοιου είδους συμπεριφορές θα πρέπει να είναι καθολικά καταδικαστέες και ο νομοθέτης οφείλει να εξετάσει σοβαρά τη θέσπιση συγκεκριμένων ορίων, καθιστώντας τις οργανωμένες συγκεντρώσεις και ενέργειες που αποσκοπούν εμφανώς στον επηρεασμό ή τον εκφοβισμό των δικαστών κατά τη διάρκεια μιας δίκης, ποινικά κολάσιμες. Η προστασία της νηφαλιότητας της δικαστικής κρίσης αποτελεί υπέρτατο δημόσιο συμφέρον και δεν μπορεί να θυσιάζεται για να ικανοποιούνται τα ιδεολογικά σύνδρομα της αριστερής και αναρχικής εξωκοινοβουλευτικής βίας.

Το τεκμήριο της αθωότητας είναι το ανάχωμα της κοινωνίας απέναντι στον ολοκληρωτισμό και την αυθαιρεσία. Όταν το πολιτικό προσωπικό το αντιμετωπίζει εργαλειακά για να καλύψει δικές του ευθύνες (όπως στην περίπτωση Καραμανλή) ή για να εξοντώσει αντιπάλους (όπως στην περίπτωση Πολάκη), ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για τον εκμαυλισμό της δημόσιας ζωής.

Είναι καιρός να αντιληφθούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις ότι ο σεβασμός στις αποφάσεις των δικαστηρίων πρέπει να είναι απόλυτος και διαρκής και δεν είναι όπλο για την εξόντωση του αντιπάλου. Μόνο μέσα από κανόνες του κράτους δικαίου που είναι πάνω από τα εφήμερα κομματικά κέρδη, μπορεί η χώρα να διασφαλίσει τη δημοκρατική της σταθερότητα.


Ο Βασίλειος Κοζομπόλης είναι καθηγητής οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών