Συνταγματική αναθεώρηση: Οι προϋποθέσεις μιας αναγκαίας θεσμικής μεταρρύθμισης
Σ. Βλαχόπουλος

Συνταγματική αναθεώρηση: Οι προϋποθέσεις μιας αναγκαίας θεσμικής μεταρρύθμισης

Πέρα από τις πολιτικές αντιπαλότητες και το οξυμένο πολιτικό κλίμα, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί η αναγκαιότητα της συνταγματικής αναθεώρησης. Μάλιστα, ενώ το ισχύον Σύνταγμα του 1975 είναι ένα, κατά γενική ομολογία, πολύ καλό Σύνταγμα που άντεξε στις επανειλημμένες κρίσεις και ορισμένες από τις ρυθμίσεις του ήταν πράγματι πρωτοποριακές για την εποχή τους (λ.χ. το άρθρο 24 για την προστασία του περιβάλλοντος, τη στιγμή που η Γερμανία εισήγαγε αντίστοιχη διάταξη στο Σύνταγμά της μόλις το 1994), το ίδιο Σύνταγμα περιέχει και κάποιες προβληματικές διατάξεις ή διατάξεις που κατέστησαν παρωχημένες στην πάροδο του χρόνου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διάταξη του άρθρου 14 του Συντάγματος περί της δυνατότητας κατάσχεσης εντύπων με διάταξη του εισαγγελέα. Πρόκειται για μια διάταξη που δεν έχει κανένα απολύτως νόημα στη σημερινή εποχή του διαδικτύου. 

Επομένως, το ζήτημα δεν είναι εάν πρέπει να γίνει συνταγματική αναθεώρηση, αλλά υπό ποιες προϋποθέσεις και προς ποια κατεύθυνση. Η σχετική συζήτηση έως σήμερα έχει σχεδόν μονοπωληθεί από  το άρθρο 86 του Συντάγματος περί ποινικής ευθύνης των υπουργών, όπως επίσης και από το άρθρο 90 περί της επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης από το Υπουργικό Συμβούλιο.

Πρόκειται για δύο συνταγματικές διατάξεις, οι οποίες πράγματι πρέπει να αλλάξουν ριζικά. Η ανάμιξη της Βουλής, δηλαδή ενός πολιτικού οργάνου, σε μια νομική διαδικασία όπως είναι η αναζήτηση των υπουργικών ποινικών ευθυνών, δεν ανταποκρίνεται πλέον σε καμία λογική λειτουργίας του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και ευθύνεται και αυτή για την κρίση που διανύει το αντιπροσωπευτικό μας σύστημα.

Κάτι ανάλογο ισχύει και για την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης. Η επιλογή μόνον από το υπουργικό συμβούλιο (δηλαδή την εκτελεστική εξουσία) κλονίζει την εμπιστοσύνη του κοινού προς την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Οι συνθήκες είναι ώριμες για να συμμετάσχουν και οι ίδιοι οι δικαστές στη διαδικασία επιλογής (όπως προβλέπεται ήδη σε νομοθετικό επίπεδο), ενδεχομένως και με τη συμμετοχή  ενός ευρύτερου συμβουλευτικού σώματος σε γνωμοδοτικό επίπεδο.  

Το κύριο πάντως ζητούμενο και στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης είναι η τόνωση των θεσμικών αντιβάρων στο σύγχρονο πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα, λ.χ. μέσω της ενίσχυσης των εξουσιών της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας. Θα μπορούσε λ.χ. να προβλεφθεί ότι κάποιες κοινοβουλευτικές επιτροπές θα προεδρεύονται από βουλευτή της αντιπολίτευσης. Αντίστοιχη πρόβλεψη θα μπορούσε να θεσπιστεί και για τις εξεταστικές και προανακριτικές επιτροπές. Στην κατεύθυνση των θεσμικών αντιβάρων πρέπει να συζητηθεί και η ενδυνάμωση του ρόλου της Δημοκρατίας με ουσιαστικές αρμοδιότητες, όπως τη συμμετοχή του στην επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης και των μελών των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών.  

Όσον αφορά τη δικαστική εξουσία, πρέπει να συζητηθεί η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου που θα ελέγχει τις οργανωτικές συνταγματικές διαφορές (π.χ. προκήρυξη δημοψηφίσματος, διαφορές εντός του Κοινοβουλίου, εκλογή μελών Ανεξαρτήτων Αρχών), με αποτέλεσμα την άμβλυνση της παντοδυναμίας της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Εξίσου σημαντική είναι και η αποκατάσταση της ασφάλειας του δικαίου, λ.χ. μέσω της εισαγωγής στοιχείων προληπτικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων.

Υπάρχουν και πολλά άλλα, τα οποία θα είχαν ενδιαφέρον να συζητηθούν στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης. Έτσι λ.χ. θα ήταν σκόπιμο θα ήταν να αναθεωρηθεί το άρθρο 51 του Συντάγματος, ώστε να επιτρέπεται η επιστολική ψήφος στις βουλευτικές εκλογές όχι μόνο στους Έλληνες του εξωτερικού, αλλά και σε όσους βρίσκονται στην ελληνική Επικράτεια (όπως συνέβη στις τελευταίες ευρωεκλογές).

Επίσης, ωρίμασαν οι συνθήκες για να συζητηθεί και το άρθρο 16 του Συντάγματος και το κατά πόσο δικαιολογείται σήμερα πλέον η απαγόρευση ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων, ιδίως ενόψει του ενωσιακού δικαίου και της εξ αποστάσεως διδασκαλίας. Ωστόσο, το σημαντικό είναι η ενίσχυση του δημόσιου πανεπιστημίου, το οποίο σήμερα επιβαρύνεται με πολλές γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και επιβαρύνσεις, οι οποίες δεν ισχύουν για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Ο ανταγωνισμός μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών πανεπιστημίων δεν μπορεί να σημαίνει κρατική «ασφυξία» για τα πρώτα και πλήρη ελευθερία για τα δεύτερα. 

Στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων και δεδομένου ότι το δημογραφικό αποτελεί σήμερα το κυριότερο εθνικό ζήτημα, θα πρέπει να περιληφθεί ρητή πρόβλεψη για τη δυνατότητα ενίσχυσής τους με οικονομικά ή άλλα μέσα, ενώ σημαντική θα ήταν και η πρόβλεψη της δυνατότητα λήψης μέτρων για συγκράτηση των ενοικίων και γενικότερα του κόστους της στέγης. Επίσης, το ισχύον άρθρο 110 για την αναθεώρηση του Συντάγματος αποδείχθηκε στην πράξη εξαιρετικά προβληματικό, αφού δεν ευνοεί τις συναινέσεις που είναι απαραίτητες στη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης. Επιβάλλεται επομένως ο εξορθολογισμός της υφιστάμενης διαδικασίας, π.χ. μέσω της αναθεώρησης σε μια Βουλή με δύο ψηφοφορίες (με «περίοδο περίσκεψης» ανάμεσά τους) και με αυξημένες πλειοψηφίες. 

Αντιθέτως, προβληματική παρίσταται η κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων (μιας από τις εμβληματικές μεταρρυθμίσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Σύνταγμα του 1911). Τα όποια προβλήματα στη δημόσια διοίκηση δεν απορρέουν από το συνταγματικό κείμενο, αλλά από την εφαρμογή του στην πράξη. Το ίδιο ισχύει και για την εισαγωγή συνταγματικών διατάξεων περί δημοσιονομικής σταθερότητας, ιδίως αν αναλογισθούμε τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησε η αντίστοιχη ρύθμιση στη Γερμανία. 

Πιο σημαντική όμως και από τα ανωτέρω είναι η διαπίστωση ότι η συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί πανάκεια, η οποία θα επιλύσει αυτομάτως όλα τα θεσμικά προβλήματα του τόπου και τη βαθιά κρίση που διέρχεται το αντιπροσωπευτικό μας σύστημα. Η συνταγματική αναθεώρηση είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών.

Θα πρέπει ωστόσο να έχουμε κατά νου ότι πολλές φορές για τις παθογένειες του δημόσιου βίου δεν ευθύνεται το Σύνταγμα, αλλά η μη εφαρμογή ή η στρεβλή εφαρμογή των υφιστάμενων συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων.

Κυρίως θα πρέπει να αποφεύγουμε τη θέσπιση συνταγματικών ρυθμίσεων για λόγους εντυπώσεων, εάν δεν είμαστε διατεθειμένοι να τις εφαρμόσουμε. Αρκεί να θυμηθούμε ότι η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία (η δυνατότητα πεντακοσίων χιλιάδων πολιτών με δικαίωμα ψήφου να προτείνουν την ψήφιση νόμων στη Βουλή) θεσπίσθηκε στο Σύνταγμά μας το 2019, μέχρι σήμερα όμως, επτά περίπου χρόνια μετά, δεν έχει ψηφισθεί ο εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος. Η συζήτηση λοιπόν για τη συνταγματική αναθεώρηση προϋποθέτει νηφαλιότητα, σοβαρότητα και ειλικρινείς προθέσεις.


* Ο Σπύρος Βλαχόπουλος είναι Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ