Η συζήτηση για τα όρια του κράτους στη δημόσια υγεία και στην προστασία των ανηλίκων δεν κρίνεται από ιδεολογικά αντανακλαστικά. Κρίνεται από την αναλογικότητα.
Στο πρόσφατο άρθρο μου υποστήριξα ότι η απαγόρευση πρόσβασης στα social media για παιδιά κάτω των 15 ετών δεν θα κριθεί από την πολιτική τόλμη της εξαγγελίας, αλλά από το αν θα στηριχθεί σε πραγματική συμμόρφωση, σεβασμό στα δικαιώματα των παιδιών και ευρωπαϊκά συμβατή θεσμική αρχιτεκτονική. Η συζήτηση που ακολούθησε επιβεβαίωσε κάτι που με απασχολεί εδώ και καιρό: την επίμονη τάση ενός μέρους του ελληνικού φιλελεύθερου χώρου να ταυτίζει τον φιλελευθερισμό με την αυτόματη άρνηση κάθε κρατικής παρέμβασης.
Η φράση «το κράτος δεν είναι η μαμά ή ο μπαμπάς μας» ακούγεται εύστοχη. Αν όμως μείνουμε μόνο εκεί, μετατρέπουμε ένα σύνθετο θεσμικό ερώτημα σε σύνθημα. Διότι ναι, το κράτος δεν είναι γονιός. Αλλά ούτε οι πλατφόρμες, ούτε οι αλγόριθμοι, ούτε η αγορά είναι παιδαγωγοί. Και όταν μια βιομηχανία βελτιστοποιεί τον χρόνο έκθεσης, τη μηχανική εθιστικής εμπλοκής και το profiling ανηλίκων, η φιλελεύθερη απάντηση δεν μπορεί να είναι αφελής αντικρατισμός που αποσύρεται από το πεδίο.
Εδώ χρειάζεται η σωστή έννοια. Και αυτή δεν είναι το “κράτος γκουβερνάντα (nanny state)”. Είναι η αναλογικότητα.
Το μοντέλο του Δείκτη Κράτους – Γκουβερνάντας (Nanny State Index) έχει αξία σε ρυθμίσεις που αφορούν κυρίως σε ενήλικες και επιλογές τρόπου ζωής: κάπνισμα, αλκοόλ, κατανάλωση. Εκεί η καχυποψία απέναντι στον κρατικό πατερναλισμό είναι θεμιτή και αναγκαία. Όταν όμως το πεδίο μετατοπίζεται στην προστασία ανηλίκων απέναντι σε περιβάλλοντα αλγοριθμικής εξάρτησης και συστηματικής απορρόφησης προσοχής, η αναλογία δεν μπορεί να είναι μηχανική. Τα social media δεν είναι τσιγάρο. Είναι αρχιτεκτονικά σχεδιασμένα οικοσυστήματα που εκμεταλλεύονται γνωστικές ευπάθειες εφήβων για εμπορικό κέρδος.
Το όριο του κράτους στη δημόσια υγεία δεν το ορίζει ούτε το ένστικτο του πατερναλισμού ούτε το ένστικτο του αντικρατισμού. Το ορίζουν πέντε συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Πρώτη: να υπάρχει πραγματικός και τεκμηριωμένος κίνδυνος. Στην περίπτωση των social media και των ανηλίκων, η απάντηση είναι ναι. Εθιστικός σχεδιασμός (Addictive design), διαδικτυακός εκφοβισμός (cyberbullying), σεξουαλική προσέγγιση ανηλίκων (grooming), αλγοριθμική ενίσχυση επιβλαβούς περιεχομένου, ψυχοκοινωνική επιβάρυνση — η συζήτηση δεν είναι θεωρητική. Ακόμη και όσοι προειδοποιούν κατά των γενικευμένων απαγορεύσεων (sweeping bans) ξεκινούν από την παραδοχή ότι το σημερινό ψηφιακό οικοσύστημα αποτυγχάνει να προστατεύσει τα παιδιά.
Δεύτερη: ο κίνδυνος να αφορά τρίτους ή ευάλωτους πληθυσμούς. Στ@ ενήλικες, η ατομική επιλογή είναι σοβαρό επιχείρημα. Στα παιδιά, είναι εξ ορισμού πιο αδύναμο. Εδώ δεν έχουμε ρύθμιση τρόπου ζωής (lifestyle regulation). Έχουμε ζήτημα ανάπτυξης, ασφάλειας και δικαιωμάτων του παιδιού.
Τρίτη: το μέτρο να είναι αποτελεσματικό. Εδώ η κριτική είναι σοβαρή και δεν πρέπει να απορρίπτεται. VPNs, ψευδείς δηλώσεις ηλικίας, μετακίνηση σε λιγότερο ρυθμιζόμενα περιβάλλοντα — τα σενάρια αποτυχίας είναι πραγματικά. Αλλά η σωστή απάντηση δεν είναι η παραίτηση από τη ρύθμιση. Είναι ο σχεδιασμός ρύθμισης που αντέχει στην παράκαμψη: δυναμική λίστα πλατφορμών, υποχρέωση των ίδιων των εταιρειών να εφαρμόζουν επαλήθευση ηλικίας (age assurance) αντί να το μεταθέτουν στον χρήστη, και κυρίως ρύθμιση του αλγοριθμικού σχεδιασμού και όχι μόνο της πρόσβασης. Όποι@ έχει ασχοληθεί με εκτιμήσεις αντικτύπου στην πράξη ξέρει ότι η DPIA δεν είναι γραφειοκρατική άσκηση — είναι ο μοναδικός τρόπος να ανιχνεύσεις εκ των προτέρων αν ένα μέτρο θα δημιουργήσει νέα προβλήματα στο όνομα αυτών που πάει να λύσει.
Τέταρτη: να είναι το λιγότερο περιοριστικό από τα αποτελεσματικά μέτρα. Αν υπάρχουν εργαλεία λιγότερο επαχθή — ψηφιακή παιδεία, ενδυνάμωση γονέων, safe by design υποχρεώσεις ασφαλούς σχεδιασμού (safe by design), περιορισμός μηχανισμών εθιστικής εμπλοκής (reward loops), αλγοριθμική διαφάνεια — αυτά πρέπει να συνοδεύουν την απαγόρευση, όχι να αντικαθίστανται από αυτήν. Η προστασία των παιδιών δεν πρέπει να γίνεται άλλοθι για να απαλλάσσονται οι πλατφόρμες από τις δικές τους ευθύνες.
Πέμπτη: να υπάρχουν εγγυήσεις, λογοδοσία και δυνατότητα επανεξέτασης. Εδώ βρίσκεται η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε μια σοβαρή φιλελεύθερη θέση και σε μια αφελή κρατική υπεράσπιση. Μια σοβαρή φιλελεύθερη προσέγγιση ζητά Εκτίμηση Αντικτύπου Δικαιωμάτων Παιδιών, DPIA για κάθε μηχανισμό age verification, απαγόρευση δευτερογενούς χρήσης δεδομένων, ρήτρα επανεξέτασης με μετρήσιμους δείκτες, μηχανισμούς παραπόνων και safe by design υποχρεώσεις. Αυτό δεν είναι κρατισμός. Είναι αρχιτεκτονική ελευθερίας σε ένα δύσκολο ψηφιακό περιβάλλον.
Η φιλελεύθερη συζήτηση δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στο ψευδοδίλημμα «είτε κράτος-πατέρας ή απόσυρση του κράτους». Αυτό είναι θεωρητικά βολικό αλλά πρακτικά φτωχό. Το αληθινό ερώτημα είναι αν μπορούμε να έχουμε κράτος ούτε πατερναλιστικό ούτε παραιτημένο — που επεμβαίνει μόνο όσο χρειάζεται, με αποδείξιμη αποτελεσματικότητα και πραγματικό σεβασμό στα δικαιώματα που καλείται να προστατεύσει.
Στο επόμενο βήμα, η Ελλάδα χρειάζεται μια δημόσια εκτίμηση ρυθμιστικού αντικτύπου αυτού του μέτρου — ανοιχτή, τεκμηριωμένη και ελέγξιμη. Αυτό θα δείξει αν η πρόθεση μπορεί να γίνει πολιτική που αντέχει.
Η αναλογικότητα δεν είναι εργαλείο μίας χρήσης. Ισχύει σε κάθε σοβαρή συζήτηση για τα όρια του κράτους στη δημόσια υγεία. Ο φιλελευθερισμός δεν μετριέται με φιλελευθερόμετρο. Μετριέται με προτάσεις: ελεύθερες, αναλογικές, εφαρμόσιμες και έντιμες απέναντι στην πραγματικότητα.
*Ο Γιάννης Σ. Καλαντζάκης είναι εμπειρογνώμων για πολιτικές υγείας, ESG συμμόρφωση και προστασία δεδομένων, ιδρυτής της OLYSIS και συνιδρυτής του Urban Policy Lab, cDPO σε 30+ οργανισμούς. Οι απόψεις εκφράζονται με προσωπική ιδιότητα.
#OwnYourCity #IOwnMyHealthData
