Η παρουσία και τα μηνύματα του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα δεν αποτέλεσαν μια συγκυριακή διπλωματική παρέμβαση, αλλά έναν ακόμη κρίκο σε μια αλυσίδα κινήσεων που συνθέτουν τη στρατηγική που έχει υιοθετήσει εξαρχής στα ελληνοτουρκικά και στις ευρωπαϊκές και ευρωατλαντικές τους προεκτάσεις.
Μια στρατηγική που θα μπορούσε να συνοψιστεί σε δύο λέξεις: στιβαρή ευελιξία.
Ούτε πολιτική σύγκρουσης με την Άγκυρα για λόγους πρόσκαιρης εσωτερικής κατανάλωσης ούτε πολιτική υπόγειου κατευνασμού. Ούτε λογικές «ήρεμων νερών» χωρίς αντίκρισμα ούτε διπλωματία των μεγάλων λόγων χωρίς αντίστοιχο υπόβαθρο ισχύος.
Πρώτα αποτροπή και μετά διάλογος. Πρώτα ισχύς και μετά διπλωματία. Πρώτα πράξεις και μετά δηλώσεις.
Η ελληνική θέση ότι οποιαδήποτε απόφαση ενίσχυσης της Τουρκίας με προηγμένα δυτικά οπλικά συστήματα οφείλει να λαμβάνει υπόψη το ενεργό εδώ και τρεις δεκαετίες casus belli αγγίζει τον πυρήνα αξιοπιστίας και συνοχής της Ατλαντικής Συμμαχίας.
Διότι εύλογα προκύπτει το ερώτημα: πώς είναι δυνατόν ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ να διατηρεί θεσμοθετημένη απειλή πολέμου εναντίον ενός άλλου κράτους-μέλους και ταυτόχρονα να θεωρείται αυτονόητη η στρατιωτική του ενίσχυση με τα πλέον προηγμένα δυτικά οπλικά συστήματα;
Η «ιστορική ανορθογραφία», όπως χαρακτήρισε το casus belli ο Έλληνας πρωθυπουργός είναι μέρος της εξίσωσης και για τις σχέσεις εντός του ΝΑΤΟ.
Το μήνυμα αυτό δεν διατυπώθηκε για πρώτη φορά στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ. Είχε προηγηθεί η απευθείας τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη προς τον Ταγίπ Ερντογάν, επί τουρκικού εδάφους, κατά τη συνάντησή τους τον Φεβρουάριο του 2026.
«Είναι καιρός να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;» είχε δηλώσει τότε ο πρωθυπουργός, μεταφέροντας την ελληνική θέση με τρόπο σαφή αλλά χωρίς περιττές εντάσεις.
Χωρίς να αντιτίθεται δημόσια και ευθέως στην επάνοδο της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, την οποία διαπραγματεύονται με τον γνωστό συναλλακτικό τρόπο ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Ταγίπ Ερντογάν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναδεικνύει ενώπιον της διεθνούς κοινής γνώμης μια αδήριτη πραγματικότητα: την ύπαρξη απειλής πολέμου από ένα μέλος της Συμμαχίας απέναντι σε ένα άλλο.
Όσο σημαντική κι αν είναι η Τουρκία και όσο κι αν Ευρωπαίοι και Αμερικανοί επιλέγουν να κλείνουν τα μάτια τους, η Ελλάδα υποχρεούται να επαγρυπνεί και να επισημαίνει ότι η θεσμοθετημένη απειλή πολέμου αντικειμενικά επηρεάζει τις επιλογές και τις ισορροπίες τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και της Ατλαντικής Συμμαχίας.
Με τον τρόπο αυτό, η Αθήνα αφαιρεί δικαιολογίες και επιχειρήματα σε όσους επιθυμούν για τα δικά τους συμφέροντα να μεταθέτουν στην ελληνική πλευρά, τον ρόλο του «προβληματικού συμμάχου».
Την ίδια στιγμή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπενθύμισε και μια δεύτερη πραγματικότητα, εξίσου σημαντική για τις στρατηγικές ισορροπίες στην περιοχή.
Η Ελλάδα έχει ήδη θέσει τις βάσεις της αποτρεπτικής της ισχύος πριν ακόμη ανοίξει η συζήτηση για την ενδεχόμενη επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
Το πρόγραμμα απόκτησης των ελληνικών F-35 εξελίσσεται κανονικά και η Ελλάδα αναμένεται να παραλάβει τα πρώτα αεροσκάφη στα τέλη του 2028. Οι πρώτοι Έλληνες πιλότοι αναμένεται να ξεκινήσουν την εκπαίδευσή τους το 2027, με βάση τη συμφωνία για την αγορά 20 συν 20 μαχητικών από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Παράλληλα, προχωρά με γρήγορους ρυθμούς η αναβάθμιση των F-16 στην έκδοση Viper, καθώς περισσότερα από 50 αεροσκάφη έχουν ήδη εκσυγχρονιστεί, με στόχο την ολοκλήρωση του προγράμματος για συνολικά 83 αεροσκάφη, ενώ η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει ήδη 24 μαχητικά Rafale.
Η σε βάθος χρόνου συστηματική αναβάθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων η ακλόνητη σχέση με το Ισραήλ αλλά και η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες διαφοροποιούν σημαντικά τις επιδιώξεις της Άγκυρας αλλά και τα ιδιότυπα παζάρια του Αμερικανού προέδρου.
Μέχρι, όμως, οι προθέσεις να μετατραπούν σε πραγματικές παραδόσεις αεροσκαφών θα έχουν προηγηθεί, κυρίως, οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Νοέμβριο, οι οποίες αναπόφευκτα θα επηρεάσουν τόσο τους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ουάσιγκτον όσο και τις προτεραιότητες του Λευκού Οίκου.
Στο εσωτερικό της χώρας μας, μέχρι στιγμής καταγράφεται θετικά η απουσία των γνώριμων καταγγελιών περί ενδοτισμού και υποχωρητικότητας με αφορμή τις θετικές δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς τον Ταγίπ Ερντογάν και τις συζητήσεις για τα F-35.
