JP Morgan: Αναβαθμίζει σε «overweight» την ελληνική αγορά

JP Morgan: Αναβαθμίζει σε «overweight» την ελληνική αγορά

Η JP Morgan προχωρά σε αναβάθμιση της στάσης της για την ελληνική χρηματιστηριακή αγορά, ανεβάζοντας τη σύσταση για τις ελληνικές μετοχές σε «overweight» από «neutral». Η κίνηση αυτή στηρίζεται στην εκτίμηση ότι η επικείμενη ένταξη ελληνικών τίτλων στον ευρωπαϊκό δείκτη Euro STOXX μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρός καταλύτης εισροών κεφαλαίων, οι οποίες ενδέχεται να προσεγγίσουν έως και το 1 δισ. δολάρια.

Σύμφωνα με το Reuters, η αμερικανική τράπεζα αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην αναθεώρηση των δεικτών που έχει προγραμματιστεί για τις 18 Σεπτεμβρίου, θεωρώντας την κομβική εξέλιξη για την πορεία της ελληνικής αγοράς. Παράλληλα, η JP Morgan ενισχύει τη στάθμιση των μετοχών της περιοχής Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής (CEEMEA), αναπροσαρμόζοντας τη συνολική της έκθεση στις αναδυόμενες αγορές.

Η θετική αυτή μεταβολή, όπως σημειώνει το Reuters, συνδέεται με τη συνεχιζόμενη βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας, η οποία έχει απομακρυνθεί αισθητά από τη δημοσιονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Το δημόσιο χρέος ακολουθεί πιο γρήγορη από την αναμενόμενη πτωτική πορεία, ενώ έχουν πραγματοποιηθεί και πρόωρες αποπληρωμές δανείων των προγραμμάτων στήριξης.

Παράλληλα, υπενθυμίζεται ότι ο MSCI ανακοίνωσε την πρόθεσή του να επαναταξινομήσει την Ελλάδα στις ανεπτυγμένες αγορές έως το 2027, εξέλιξη που αποτυπώνει τη σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μετά την υποβάθμιση του 2013. Η JP Morgan εκτιμά ότι το μεταβατικό διάστημα έως την αλλαγή κατηγορίας μπορεί να λειτουργήσει ευνοϊκά για την ελληνική αγορά.

Για περίπου οκτώ μήνες, οι ελληνικές μετοχές θα διαπραγματεύονται ταυτόχρονα τόσο στον δείκτη MSCI Emerging Markets όσο και σε βασικό ευρωπαϊκό δείκτη, γεγονός που μπορεί να ενισχύσει τις εισροές από επενδυτές διαφορετικών κατηγοριών. Η συνύπαρξη αυτή θεωρείται πιθανός μοχλός αυξημένης ζήτησης για ελληνικούς τίτλους.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον τραπεζικό κλάδο, ο οποίος έχει ολοκληρώσει την επιστροφή του σε ιδιωτικά χέρια μετά τις ανακεφαλαιοποιήσεις της κρίσης, ενώ αρκετές τράπεζες έχουν επαναφέρει τη διανομή μερισμάτων. Η JP Morgan θεωρεί πιθανή την ένταξη των Eurobank, Εθνικής Τράπεζας, Τράπεζας Πειραιώς και Alpha Bank στον δείκτη STOXX.

Σε επίπεδο αγοράς, το Χρηματιστήριο Αθηνών αποτυπώνει τη συνολική ανάκαμψη της οικονομίας, με τον Γενικό Δείκτη να καταγράφει την ισχυρότερη ετήσια επίδοση από το 2019 και τη συνολική κεφαλαιοποίηση να έχει υπερτριπλασιαστεί από το 2021 έως σήμερα.

Παρά την άνοδο των τελευταίων ετών, η JP Morgan εξακολουθεί να θεωρεί τις ελληνικές μετοχές ελκυστικά αποτιμημένες, με την αγορά να διαπραγματεύεται περίπου στις 10,8 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη των επόμενων δώδεκα μηνών, έναντι 11,3 φορές για τις αναδυόμενες αγορές, στοιχείο που αφήνει περιθώρια περαιτέρω υπεραπόδοσης.

«Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια εξαιρετικά ευνοϊκή συγκυρία για περίπου 8 μήνες, καθώς θα συμπεριλαμβάνεται ταυτόχρονα στον δείκτη-σημείο αναφοράς για τους πανευρωπαϊκούς επενδυτές, παραμένοντας παράλληλα μέρος του MSCI EM», επισημαίνει σε σημείωμά του ο αναλυτής David Aserkoff.

Στους υποστηρικτικούς παράγοντες, ο Aserkoff συγκαταλέγει και την πολιτική σταθερότητα. Οι επόμενες εθνικές εκλογές στην Ελλάδα είναι προγραμματισμένες για τις 25 Ιουλίου 2027, με το κυβερνών κόμμα της Νέας Δημοκρατίας να διατηρεί διψήφιο προβάδισμα στις περισσότερες δημοσκοπήσεις. Παράλληλα, οι συγκλίνουσες εκτιμήσεις του Bloomberg τοποθετούν την ανάπτυξη του ελληνικού ΑΕΠ στο 2,0% για το 2026, ρυθμός σημαντικά υψηλότερος από το 0,4% – 0,6% που προβλέπεται για την ευρύτερη Ευρωζώνη.

Συμπερασματικά, ο αναλυτής υποστηρίζει ότι «το ήρεμο πολιτικό κλίμα και η ισχυρή ανάπτυξη δικαιολογούν ένα premium για την Ελλάδα έναντι των εταίρων της στην Ευρωζώνη, ακόμη κι αν αυτό δεν είναι εύκολο να πείσει τους πιο απαιτητικούς επενδυτές των αναπτυγμένων αγορών».

Σε πολιτικό επίπεδο, εκτιμά ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει το επικρατέστερο κόμμα ενόψει των επόμενων εκλογών, εκτίμηση που συνδέεται με προσδοκίες για συνέχιση της οικονομικής και δημοσιονομικής σταθερότητας.