Στα Στενά του Ορμούζ η «αόρατη» πίεση των ΗΠΑ στην κινεζική οικονομία
AP Photo
AP Photo
Γ. Ατσαλάκης

Στα Στενά του Ορμούζ η «αόρατη» πίεση των ΗΠΑ στην κινεζική οικονομία

Η γεωπολιτική δεν ασκείται πάντοτε με άμεσες συγκρούσεις ή θεαματικές στρατιωτικές κινήσεις. Συχνά, οι πιο αποτελεσματικές στρατηγικές είναι εκείνες που λειτουργούν έμμεσα, επηρεάζοντας τις δομές της παγκόσμιας οικονομίας. Στην καρδιά αυτής της λογικής βρίσκεται ο ρόλος των θαλάσσιων διαύλων – και ιδιαίτερα των Στενών του Ορμούζ, ενός από τα πιο κρίσιμα σημεία στραγγαλισμού της παγκόσμιας ενεργειακής ροής. 

Ο αποκλεισμός και η παρατεταμένη διατάραξης της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω γεωπολιτικών εντάσεων, δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή ή την αγορά πετρελαίου. Αφορά πρωτίστως τη δομή της παγκόσμιας οικονομίας και, πιο συγκεκριμένα, το εξαγωγικό μοντέλο της Κίνας.

Το κινεζικό οικονομικό μοντέλο και η εξάρτηση από τη ροή: Η Κίνα έχει οικοδομήσει την οικονομική της ισχύ πάνω σε ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό αλλά και εύθραυστο σύστημα: τη μαζική παραγωγή και τις εξαγωγές. Το μοντέλο αυτό προϋποθέτει δύο βασικές συνθήκες: α) Αδιάλειπτη πρόσβαση σε φθηνή ενέργεια και β) Σταθερή παγκόσμια ζήτηση για βιομηχανικά προϊόντα.

Η ενέργεια, και κυρίως το πετρέλαιο, αποτελεί βασική εισροή για τη βιομηχανική παραγωγή και τη μεταφορά αγαθών. Ένα σημαντικό μέρος αυτής της ενέργειας διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ. Παράλληλα, οι κύριοι πελάτες της Κίνας, όπως η Ευρώπη και ο Παγκόσμιος Νότος, εξαρτώνται επίσης από τις ίδιες ενεργειακές ροές. Εδώ αναδεικνύεται μια κρίσιμη διασύνδεση: η Κίνα δεν πλήττεται μόνο όταν αυξάνεται το κόστος της ενέργειας για την ίδια, αλλά κυρίως όταν αυξάνεται το κόστος για τους πελάτες της.

Ο «ενεργειακός φόρος» και η κατάρρευση της ζήτησης: Η διατάραξη των Στενών του Ορμούζ λειτουργεί σαν ένας παγκόσμιος «ενεργειακός φόρος». Οι τιμές της ενέργειας αυξάνονται, τα κόστη μεταφοράς εκτοξεύονται και οι οικονομίες επιβαρύνονται. Σε αυτό το περιβάλλον, οι χώρες της Ευρώπης και του Παγκόσμιου Νότου αναγκάζονται να ανακατανείμουν τους πόρους τους:

  • Περισσότερα κεφάλαια κατευθύνονται στην αγορά ενέργειας
  • Λιγότερα κεφάλαια απομένουν για εισαγωγές

Το αποτέλεσμα είναι άμεσο: μειώνεται η ζήτηση για κινεζικά προϊόντα. Η κρίσιμη αυτή μετάβαση μετατρέπει ένα ενεργειακό σοκ σε εμπορικό σοκ για την Κίνα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το κόστος παραγωγής, αλλά η απώλεια αγορών.

Εμπορικά πλεονάσματα και παγκόσμιες ανισορροπίες: Το 2025, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας ξεπέρασε τα 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ κινήθηκε σε αντίστοιχα επίπεδα. Αυτή η ανισορροπία δεν είναι απλώς στατιστική. Αντανακλά μια βαθύτερη δομική σχέση: Τα πλεονάσματα της Κίνας είναι τα ελλείμματα των άλλων. Τα ελλείμματα χρηματοδοτούνται μέσω δανεισμού.

Με άλλα λόγια, η παγκόσμια ζήτηση που στηρίζει την Κίνα βασίζεται στην ικανότητα των άλλων οικονομιών να καταναλώνουν πέρα από τις δυνατότητές τους. Όταν όμως αυξάνεται το ενεργειακό κόστος, αυτή η δυνατότητα περιορίζεται. Οι ελλειμματικές χώρες δεν μπορούν πλέον να διατηρούν την ίδια κατανάλωση, και το κινεζικό μοντέλο αρχίζει να αποσταθεροποιείται. Η στρατηγική των ΗΠΑ: έλεγχος χωρίς άμεση σύγκρουση: Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως χώρα με εμπορικά ελλείμματα, έχουν ισχυρό κίνητρο να ανατρέψουν αυτή την ισορροπία. Οι δασμοί αποτέλεσαν ένα πρώτο εργαλείο, αλλά αποδείχθηκαν ανεπαρκείς. Η νέα στρατηγική είναι πιο σύνθετη και εστιάζεται στον έλεγχο των κρίσιμων ροών.

Αντί για άμεση αντιπαράθεση με την Κίνα, οι ΗΠΑ επικεντρώνονται σε θαλάσσια περάσματα (Ορμούζ, Σουέζ, Αρκτική), σε ενεργειακές αλυσίδες εφοδιασμού, σε νέους εμπορικούς διαδρόμους (IMEC), σε πρόσβαση σε πρώτες ύλες (σπάνιες γαίες, πετρέλαιο κλπ.). Σε αυτό το πλαίσιο, η διατάραξη των Στενών του Ορμούζ λειτουργεί ως ένα έμμεσο αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικό εργαλείο πίεσης. Με το να επιτρέπουν στις τριβές στη ναυσιπλοΐα να αυξάνονται, οι ΗΠΑ δεν πλήττουν άμεσα την Κίνα. Πλήττουν όμως τους πελάτες της. Και έτσι, αποδυναμώνουν τη βάση της κινεζικής εξαγωγικής μηχανής.

Αθέμιτος ανταγωνισμός και διεθνής αντίδραση: Η άνοδος της Κίνας δεν βασίστηκε μόνο στην παραγωγικότητα, αλλά και σε ένα σύνολο πολιτικών που έχουν κατηγορηθεί ως αθέμιτες: α) Τεχνητή υποτίμηση του γουάν, β) Κρατικές επιδοτήσεις, γ) Περιορισμοί στις εισαγωγές, δ) Μεταφορά τεχνολογίας, ε) Ανεπαρκής προστασία πνευματικών δικαιωμάτων. Αυτές οι πρακτικές επέτρεψαν στις κινεζικές επιχειρήσεις να κυριαρχήσουν στις διεθνείς αγορές, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησαν έντονες αντιδράσεις καθώς αποτελούν συστημικό κίνδυνο για το κλείσιμο χιλιάδων επιχειρήσεων των άλλων χωρών.

Σήμερα, οι ελλειμματικές χώρες έχουν δύο βασικές επιλογές. Είτε να επιβάλουν δασμούς, είτε να αναδιαρθρώσουν τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες. Η δεύτερη επιλογή φαίνεται να κερδίζει έδαφος.

Η γεωοικονομική αναδιάταξη: από την Κίνα στη Λατινική Αμερική και την Ινδία: Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να μεταφέρουν μέρος της παραγωγής, στη Λατινική Αμερική, στην Ινδία και σε φιλικές χώρες. Η στρατηγική αυτή θυμίζει τη μετάβαση από την Ιαπωνία στην Κίνα μετά το 1990. Η ιστορία της Ιαπωνίας αποτελεί ένα κρίσιμο παράδειγμα: μια εξαγωγική οικονομία που, λόγω υπερπαραγωγής, κακών επενδύσεων και εξάρτησης από τη ζήτηση του εξωτερικού, οδηγήθηκε σε μακροχρόνια στασιμότητα. Η Κίνα εμφανίζει ήδη παρόμοια σημάδια με την κρίση των ακινήτων, την δημογραφική συρρίκνωση, το ασταθές χρηματιστήριο και τις υπερ-επενδύσεις για υπερπαραγωγική δυναμικότητα.

Ο κίνδυνος για την Κίνα: όχι η ενέργεια, αλλά η ζήτηση: Η μεγαλύτερη απειλή για την Κίνα από έναν αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ δεν είναι η έλλειψη ενέργειας. Είναι η απώλεια ζήτησης. Αν οι πελάτες της πληρώνουν περισσότερα για ενέργεια, έχουν λιγότερο διαθέσιμο εισόδημα οπότε περιορίζουν τις εισαγωγές. Τότε το κινεζικό μοντέλο αρχίζει να καταρρέει από τη βάση του. Ένα κλειστό Στενό δεν είναι απλώς μια ενεργειακή κρίση. Είναι μια άμεση επίθεση στο εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας και, κατ’ επέκταση, στη δυνατότητά της να επιτυγχάνει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Η Ευρώπη και οι νέες επιλογές: Η Ευρώπη, με εμπορικό έλλειμμα περίπου 360 δισ. ευρώ έναντι της Κίνας, βρίσκεται επίσης σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Η ανάπτυξη εναλλακτικών διαδρόμων, όπως, ο Ινδικός Δρόμος του Μεταξιού (IMEC), οι ενεργειακοί διάδρομοι της Ανατολικής Μεσογείου, η διαφοροποίηση προμηθευτών, μπορεί να μειώσει την εξάρτηση από την Κίνα. Αυτό θα έχει διπλό αποτέλεσμα την ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και την μείωση της κινεζικής επιρροής.

Η γεωοικονομία της τριβής: Η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια νέα εποχή, όπου η «τριβή», είτε ενεργειακή είτε εμπορική δεν είναι δυσλειτουργία, αλλά εργαλείο στρατηγικής. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα καθώς δεν είναι απλώς ένας θαλάσσιος διάδρομος αλλά είναι μοχλός γεωοικονομικής ισχύος.

Η Κίνα, ως η μεγαλύτερη εξαγωγική δύναμη, είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Και οι Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς να χρειάζεται να εμπλακούν άμεσα, μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά την πορεία της, απλώς επιτρέποντας στην παγκόσμια οικονομία να γίνει λιγότερο ομαλή, λιγότερο προβλέψιμη και κυρίως, λιγότερο ικανή να στηρίξει τη ζήτηση για κινεζικά προϊόντα.

Η διατάραξη κρίσιμων θαλάσσιων διαύλων, όπως τα Στενά του Ορμούζ, εισάγει ένα σοβαρό κόστος στην παγκόσμια οικονομία, λειτουργώντας ως ένας de facto «ενεργειακός φόρος» για την Ευρώπη και τις αναδυόμενες οικονομίες. Όταν οι βασικοί εμπορικοί εταίροι της Κίνας αναγκάζονται να κατευθύνουν σημαντικούς πόρους στην κάλυψη αυξημένων ενεργειακών δαπανών, περιορίζεται αντίστοιχα η δυνατότητά τους να εισάγουν βιομηχανικά προϊόντα.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το ενδεχόμενο παρατεταμένης διακοπής της ναυσιπλοΐας στα Στενά συνιστά άμεση απειλή για το εμπορικό πλεόνασμα του Πεκίνου, το οποίο προσεγγίζει τα 1,2 τρισ. δολάρια και αποτελεί κρίσιμο πυλώνα για την επίτευξη των αναπτυξιακών του στόχων. Με το να διατηρούν αποστασιοποιημένη στάση και να επιτρέπουν στις τριβές στη ναυσιπλοΐα να επιβαρύνουν τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποδυναμώνουν την κινεζική εξαγωγική δυναμική, στερώντας της το κρίσιμο υπόβαθρο ενός σταθερού διεθνούς περιβάλλοντος με επαρκή αγοραστική ισχύ.

Στο νέο αυτό περιβάλλον, η ισχύς δεν θα κρίνεται μόνο από το ποιος παράγει περισσότερο, αλλά από το ποιος ελέγχει τις εμπορευματικές και ενεργειακές ροές.


* Ο Ατσαλάκης Γιώργος είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων