Το μετέωρο βήμα της Γαλλίας στη μετά Μακρόν εποχή και η απειλή της Λεπέν
AP Photo/Aurelien Morissard
AP Photo/Aurelien Morissard

Το μετέωρο βήμα της Γαλλίας στη μετά Μακρόν εποχή και η απειλή της Λεπέν

Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, που ήλθε να βάλει στις ράγες τη νέα εποχή της ευρωπαϊκής Άμυνας σε καιρούς διάρρηξης της διατλαντικής σχέσης, ήταν η τελευταία με τον Εμανουέλ Μακρόν ως πρόεδρο της Γαλλίας. Η μάχη για τη διαδοχή του έχει ήδη αρχίσει και η προοπτική να περάσει για πρώτη φορά στα χρονικά η Άκρα Δεξιά τις πύλες του Μεγάρου των Ηλυσίων θα ισοδυναμούσε με τη μεγαλύτερη πολιτική αποτυχία της δεκαετούς προεδρίας του, ανοίγοντας ένα μεγάλο κεφάλαιο αβεβαιότητας για την Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία - και με ευρύτερες προεκτάσεις για την Ευρώπη σε συγκυρία κατά την οποία επείγει να επιταχύνει την πολιτική, αμυντική και γεωπολιτική της ολοκλήρωση.

Η δικαστική απόφαση που επιτρέπει τελικά στην Μαρίν Λεπέν να διεκδικήσει για τέταρτη φορά την προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας -με ή χωρίς «ηλεκτρονικό βραχιόλι-» κλείνει τη συζήτηση εάν θα οδηγήσει εκείνη ή ο νεότερος Ζορντάν Μπαρντελά την Εθνική Συσπείρωση (RN) στην προεδρική κάλπη, όμως ανοίγει μία άλλη, πολύ πιο ουσιώδη που αφορά στο εάν θα έπρεπε η ίδια να επιμείνει στην υποψηφιότητά της «μετρώντας» καταδίκη. Το πραγματικό διακύβευμα του 2027 σε κάθε περίπτωση ήταν και παραμένει εάν το γαλλικό πολιτικό σύστημα θα κατορθώσει να αποτρέψει την κατάληξη μιας δεκαετίας διαρκούς αναδιάταξης των πολιτικών συσχετισμών και κατακερματισμού δυνάμεων σε επικράτηση της Ακροδεξιάς.

Το Εφετείο του Παρισιού επικύρωσε την ενοχή της Μαρίν Λεπέν για την υπόθεση υπεξαίρεσης κοινοτικών κονδυλίων, μεταβάλλοντας όμως το σκέλος της ποινής που αφορά το δικαίωμα του εκλέγεσθαι και απελευθερώνοντας το δρόμο να είναι υποψήφια την άνοιξη του 2027. Η σημασία της απόφασης δεν βρίσκεται μόνο στο αποτέλεσμά της, αλλά κυρίως στο σκεπτικό της. Κινούμενο σε μία εξαιρετικά λεπτή ισορροπία, το δικαστήριο αναγνώρισε ότι η ετυμηγορία συνιστά «συμβιβασμό» ανάμεσα στη βαρύτητα του αδικήματος και στην ανάγκη να μη δημιουργηθεί η εντύπωση ότι μία αυστηρότερη ποινή θα παρενέβαινε στην ίδια τη δημοκρατική διαδικασία και την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης. 

Η υπόθεση ανάγεται στην περίοδο από το 2004 έως το 2016 και αφορά τη συστηματική υπεξαίρεση πόρων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τη διοχέτευσή τους στη χρηματοδότηση κομματικών δραστηριοτήτων του τότε Εθνικού Μετώπου, που οικονομικά βρισκόταν στο όριο της «επιβίωσης», έχοντας καταφύγει και στη Ρωσία για δανειοδότηση ώστε να παραμείνει σε λειτουργία.

Με τη φόρα της πρώτης θέσης της Άκρας Δεξιάς στις δημοσκοπήσεις, η Λεπέν ανακοίνωσε άμεσα ότι θα προσφύγει στο Ακυρωτικό Δικαστήριο, επιμένοντας πως είναι αθώα και δηλώνοντας ταυτόχρονα υποψήφια για την προεδρία. Η νέα προσφυγή αναστέλλει, προς το παρόν, την εκτέλεση της ποινής που προβλέπει έναν χρόνο κατ' οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, επιτρέποντάς της να ξεκινήσει την προεκλογική της εκστρατεία χωρίς το «ηλεκτρονικό βραχιόλι» που η ίδια μέχρι πρότινος υποστήριζε ότι θα καθιστούσε αδύνατη μία κανονική εκστρατεία - αλλά άλλαξε γνώμη. 

Και αλλάζοντας γνώμη, η Λεπέν εντάσσει την υπόθεση στο προεκλογικό της αφήγημα και την εμφανίζει ως σύγκρουση με το «σύστημα» που επιδιώκει να την εμποδίσει να φθάσει στην εξουσία, επιμένοντας πως «στο τέλος ο γαλλικός λαός θα αποφασίσει ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο». Επιχειρεί, σε μία «τραμπική» λογική, να μετατρέψει μία ποινική υπόθεση σε αφήγημα πολιτικής νομιμοποίησης, υποστηρίζοντας ότι το πραγματικό δικαστήριο θα είναι η κάλπη. Η επιχειρηματολογία της, όπως προειδοποιούν αναλυτές και πολιτικοί της αντίπαλοι, κινδυνεύει να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς, παρουσιάζοντας κάθε δικαστική εξέλιξη ως αποτέλεσμα πολιτικής δίωξης και όχι ως προϊόν της ανεξάρτητης λειτουργίας του Κράτους Δικαίου.

Από τη ριζοσπαστική Αριστερά έως τους Σοσιαλιστές, οι αντιδράσεις για την υποψηφιότητα Λεπέν έχουν κινηθεί στον ίδιο άξονα. Η Μανόν Ομπρί της Ανυπότακτης Γαλλίας έκανε λόγο για ένα «κόμμα κλεφτών και ψευτών», ενώ ο επικεφαλής των Σοσιαλιστών Ολιβιέ Φορ υπογράμμισε ότι κάθε υποψήφιος για την προεδρία οφείλει να αποτελεί υπόδειγμα θεσμικής και πολιτικής ακεραιότητας, προσθέτοντας ότι πλέον «η Λεπέν βρίσκεται μόνη απέναντι στη συνείδησή της». Από την πλευρά του κεντρώου προεδρικού στρατοπέδου, η «Αναγέννηση» του Εμανουέλ Μακρόν έχει επιχειρήσει σταθερά να αποστασιοποιηθεί από τη μετατροπή της δικαστικής υπόθεσης σε πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης, απαντώντας στο αφήγημα της «πολιτικής δίωξης» μέσω της υπεράσπισης της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. 

Όσον αφορά την προσφυγή Λεπέν στο Ακυρωτικό Δικαστήριο, ενέχει ρίσκο. Η ίδια «ποντάρει» στους αργούς ρυθμούς εκδίκασης των υποθέσεων ενώπιόν του και σε μία νίκη την άνοιξη που θα της προσφέρει ασυλία. Εάν όμως το Ακυρωτικό Δικαστήριο, ακριβώς λόγω της βαρύτητας της υπόθεσης, επισπεύσει την εκδίκαση, η Λεπέν θα μπορούσε να βρεθεί να διεξάγει όντως προεκλογική εκστρατεία με «ηλεκτρονικό βραχιόλι». Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ή «στίγμα», δύσκολα θεωρείται ότι θα απομάκρυνε τον σκληρό πυρήνα των υποστηρικτών της. Θα μπορούσε, όμως, να λειτουργήσει αποτρεπτικά για εκείνο το τμήμα των πιο μετριοπαθών και «θεσμικών» συντηρητικών ψηφοφόρων, τους οποίους η ίδια προσπαθεί συστηματικά επί χρόνια να προσελκύσει μέσα από τη στρατηγική της «αποδαιμονοποίησης» ή «εξευγενισμού» της Εθνικής Συσπείρωσης/Εθνικού Μετώπου.

Ενδεικτικό του όλου κλίματος, το editorial του Monde εντός της εβδομάδας. Η γαλλική εφημερίδα σημειώνει: «Η αποφασιστικότητα της Μαρίν Λεπέν να διεκδικήσει για τέταρτη φορά την προεδρία αναδεικνύει την πραγματική φύση της Εθνικής Συσπείρωσης: ενός κόμματος με μεταβαλλόμενες αρχές, το οποίο διοικείται από την ίδια οικογένεια επί περισσότερο από πέντε δεκαετίες. Το ακροδεξιό κόμμα, που επί χρόνια διακήρυσσε το σύνθημα 'Καθαρά χέρια και το κεφάλι ψηλά', υπήρξε πάντοτε πιο πρόθυμο να καταγγέλλει τις υποτιθέμενες παρεκτροπές των άλλων παρά να εφαρμόζει τα ίδια κριτήρια στον εαυτό του. Τι απέγινε, άλλωστε, η πρόταση που είχε καταθέσει η ίδια η Μαρίν Λεπέν το 2013 για ισόβια στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι σε αιρετούς που καταδικάζονται για υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος;». Για τον Monde, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη συνέπεια μιας πολιτικού, αλλά και την ίδια τη φυσιογνωμία της Εθνικής Συσπείρωσης, καταλήγοντας ότι η προοπτική ανάληψης της εξουσίας από το κόμμα εξακολουθεί να συνιστά σοβαρή απειλή για τη Γαλλία.

Στο ίδιο μήκος κύματος, αν και από διαφορετική οπτική, κινείται και ανάλυση του Carnegie Europe, η οποία βλέπει στη στρατηγική της Λεπέν στοιχεία μιας προσπάθειας μεταφοράς στη Γαλλία της πολιτικής λογικής που κυριάρχησε τα τελευταία χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το ινστιτούτο επισημαίνει ότι η επικεφαλής της RN επιχειρεί να μετατρέψει την καταδίκη της σε πολιτικό πλεονέκτημα, παρουσιάζοντάς την ως απόδειξη ότι το «σύστημα» επιδιώκει να αποκλείσει την «υποψήφια του λαού» από την εξουσία. Κατά την ανάλυση του Carnegie, η επιλογή αυτή προϊδεάζει για μία ιδιαίτερα σκληρή και πολωμένη προεκλογική εκστρατεία, στην οποία η αντιπαράθεση δεν θα περιοριστεί στις πολιτικές προτάσεις, αλλά θα επεκταθεί στην ίδια τη νομιμοποίηση των θεσμών. Το πραγματικό πλεονέκτημα της Λεπέν, σημειώνει, δεν είναι ότι διαθέτει ήδη πλειοψηφικό ρεύμα στην κοινωνία, αλλά ότι οι πολιτικοί της αντίπαλοι εξακολουθούν να αδυνατούν να συγκροτήσουν μία αξιόπιστη και ενωμένη εναλλακτική πρόταση εξουσίας.

Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα της μετά Μακρόν εποχής. Η Γαλλία εισέρχεται στην προεδρική αναμέτρηση του 2027 σε ένα δαιδαλώδες πολιτικό σκηνικό και βυθισμένη στην αέναη κρίση διακυβέρνησης που προκάλεσε η αιφνιδιαστική απόφαση του Εμανουέλ Μακρόν να διαλύσει αιφνιδιαστικά την Εθνοσυνέλευση το 2024 μετά την ευρεία επικράτηση της Ακροδεξιάς στις ευρωεκλογές. Ήταν ένα ριψοκίνδυνο στοίχημα προς ανάσχεση της Ακροδεξιάς που γύρισε μπούμερανγκ. Η Εθνική Συσπείρωση δεν εξασφάλισε κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όμως αναδείχθηκε η ισχυρότερη πολιτική δύναμη στην Εθνοσυνέλευση. Μία Εθνοσυνέλευση κατακερματισμένη όσο ποτέ άλλοτε, με την εκτελεστική εξουσία εγκλωβισμένη σε ένα σπιράλ αδύναμων κυβερνήσεων. 

Στις δύο προηγούμενες προεδρικές εκλογές, το 2017 και το 2022, όταν η Μαρίν Λεπέν προκρίθηκε στον δεύτερο γύρο απέναντι στον Εμανουέλ Μακρόν (που δεν μπορεί βάσει Συντάγματος να θέσει τρίτη υποψηφιότητα), συγκροτήθηκε το λεγόμενο «δημοκρατικό μέτωπο», με ευρύ φάσμα πολιτικών δυνάμεων να καλεί τους ψηφοφόρους να στηρίξουν τον αντίπαλό της, προκειμένου να αποτραπεί η εκλογή της στο Μέγαρο των Ηλυσίων. Το εάν ένας αντίστοιχος μηχανισμός συσπείρωσης θα μπορούσε να λειτουργήσει εκ νέου αποτελεί σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα. 

Και, όπως έχει επισημάνει εγκαίρως ο πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), Θόδωρος Τσίκας, μιλώντας στο Liberal, αυτή τη φορά το καθοριστικό διακύβευμα μετατοπίζεται πριν ακόμη από την πρώτη κάλπη. Δεν αρκεί η ενεργοποίηση ενός «δημοκρατικού μετώπου» στον δεύτερο γύρο, εάν προηγουμένως έχει διαμορφωθεί ένας συνδυασμός υποψηφίων που ευνοεί αντικειμενικά την Άκρα Δεξιά. 

Κατά τον Θόδωρο Τσίκα, το σενάριο που θα αύξανε περισσότερο τις πιθανότητες επικράτησης της RN θα ήταν ένας δεύτερος γύρος ανάμεσα στον υποψήφιο της Άκρας Δεξιάς και τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν. Σε μία ανάλογη αναμέτρηση, εκτιμά ότι ένα σημαντικό μέρος των μετριοπαθών ψηφοφόρων δύσκολα θα συσπειρωνόταν γύρω από τον ηγέτη της ριζοσπαστικής Αριστεράς, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει είτε σε αποχή είτε ακόμη και σε μετακινήσεις προς την πλευρά της Άκρας Δεξιάς. Για το λόγο αυτό, τονίζει, απαιτούνται έγκαιρες συνεννοήσεις μεταξύ των δυνάμεων του ενδιάμεσου χώρου, ακόμη και εάν αυτές προϋποθέτουν αποσύρσεις υποψηφιοτήτων και παραμερισμό προσωπικών φιλοδοξιών και εγωισμών.

Στο πλαίσιο της ίδιας συνέντευξης, ο κ. Τσίκας έχει εμβαθύνει παράλληλα στα κοινωνικά και πολιτικά αίτια που τροφοδοτούν την άνοδο της Άκρας Δεξιάς και θα μπορούσαν να την οδηγήσουν για πρώτη φορά στην προεδρία της Γαλλίας, προειδοποιώντας ταυτόχρονα για τη μεγάλη παγίδα της «νομιμοποίησης» και κανονικοποίησής της, όταν τμήματα της παραδοσιακής Δεξιάς υιοθετούν τη ρητορική και την ατζέντα της. Έχει εξηγήσει ακόμη θα σήμαινε μία ενδεχόμενη επικράτησή της για την Ευρώπη, αναφέροντας ότι θα επιβράδυνε ή και θα «πάγωνε» την ευρωπαϊκή ενοποίηση σε περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται ακριβώς το αντίθετο: μία «φυγή προς τα εμπρός», με μεγαλύτερη πολιτική και γεωπολιτική ολοκλήρωση απέναντι στις προκλήσεις που θέτουν η Ρωσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες του Ντόναλντ Τραμπ και το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον.