Ο στριμωγμένος Ερντογάν απειλεί τον Νετανιάχου και τη σταθερότητα σε Αιγαίο, Αν. Μεσόγειο

Ο στριμωγμένος Ερντογάν απειλεί τον Νετανιάχου και τη σταθερότητα σε Αιγαίο, Αν. Μεσόγειο

Η συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας στη Σόφια είχε περισσότερο χαρακτήρα διαχείρισης της έντασης παρά ουσιαστικής προσέγγισης. Παρά τη βούληση να διατηρηθούν ανοικτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας, οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών δείχνουν ότι το πλαίσιο, μέσα στο οποίο η Άγκυρα προσεγγίζει τις σχέσεις της με την Ελλάδα και την Κύπρο έχει επιβαρυνθεί με πρόσθετους παράγοντες.

Το βασικό στοιχείο αυτής της μεταβολής είναι ότι η τουρκική ηγεσία εντάσσει ολοένα και περισσότερο τα ελληνοτουρκικά ζητήματα σε μια ευρύτερη στρατηγική αντιπαράθεση με το Ισραήλ. Έτσι, η αντιπαράθεση με την Ελλάδα και την Κύπρο δεν περιορίζεται μόνο στις γνωστές διεκδικήσεις της Άγκυρας, αλλά συνδέεται με την περιφερειακή ανακατάταξη ισχύος που βρίσκεται σε εξέλιξη μετά τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή.

Οι δηλώσεις του Ταγίπ Ερντογάν είναι ενδεικτικές αυτής της προσέγγισης. Ο Τούρκος πρόεδρος δεν περιορίστηκε χθες στη σκληρή ρητορική κατά του Ισραήλ για το Παλαιστινιακό ή για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Προχωρά ένα βήμα παραπέρα, παρουσιάζοντας το Ισραήλ ως άμεση απειλή για την εθνική ασφάλεια της Τουρκίας. Πρόκειται για μια ποιοτική αναβάθμιση του αφηγήματος της Άγκυρας, καθώς μεταφέρει το ζήτημα από το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης στο επίπεδο της στρατηγικής απειλής.

Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία επιχειρεί να διαμορφώσει ένα νέο γεωπολιτικό αφήγημα. Σύμφωνα με αυτό, το Ισραήλ επιδιώκει να οικοδομήσει ένα δίκτυο συνεργασιών στην Ανατολική Μεσόγειο με στόχο τον περιορισμό της τουρκικής επιρροής. Η συνεργασία του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο, είτε στον ενεργειακό είτε στον αμυντικό τομέα, δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια απλή συνεργασία, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου «περικύκλωσης» της Τουρκίας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία και το υπό διαμόρφωση τουρκικό νομοθέτημα για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες, το οποίο ενσωματώνει σε μεγάλο βαθμό τις βασικές αρχές της «Γαλάζιας Πατρίδας». Όπως φάνηκε και από τις διαρροές διπλωματικών πηγών σε Αθήνα και Άγκυρα σχετικά με τη συνάντηση Γεραπετρίτη – Φιντάν, υπάρχει μεγάλη διαφορά προσέγγισης.

Για την Ελλάδα, η πρωτοβουλία αυτή συνιστά νέα προσπάθεια θεσμικής κατοχύρωσης διεκδικήσεων που αμφισβητούν κυριαρχικά δικαιώματα και διεθνώς κατοχυρωμένες αρχές του Δικαίου της Θάλασσας.

Ο Γ. Γεραπετρίτης, μάλιστα, τόνισε ότι μονομερείς ενέργειες δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα και δεν συμβάλλουν στη διατήρηση ήρεμου κλίματος, ενώ υπογράμμισε ότι η μία και μόνη διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας παραμένει η οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και της υφαλοκρηπίδας.

Για την Τουρκία, αντιθέτως, το νομοθέτημα παρουσιάζεται ως εσωτερική νομοθετική διαδικασία που αποτυπώνει τις δικές της αντιλήψεις περί δικαιωμάτων και συμφερόντων στην περιοχή, με τον Χ. Φιντάν να υποστηρίζει ότι η Τουρκία είναι μια χώρα που σέβεται το διεθνές δίκαιο και τα δικαιώματα των γειτόνων της, ζητώντας και η ίδια τον ίδιο σεβασμό από αυτούς. Σύμφωνα με τις τουρκικές πηγές, ο Χ. Φιντάν αποδοκίμασε «δηλώσεις από κύκλους που βασίζονται σε ελλιπείς πληροφορίες σχετικά με το κείμενο του νόμου», ενώ έθιξε και τις συνεργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο, τονίζοντας ότι «πρέπει να αποφεύγονται βήματα που στρέφονται κατά της Τουρκίας και θα μπορούσαν να βλάψουν την περιφερειακή σταθερότητα».

Οι εξελίξεις, όμως, στις σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ προσθέτουν έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας. Η δημόσια αντιπαράθεση Ερντογάν και Νετανιάχου καταδεικνύει ότι η σύγκρουση δεν περιορίζεται πλέον σε διπλωματικό επίπεδο, αλλά λαμβάνει χαρακτηριστικά προσωπικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Όσο η ένταση αυτή κλιμακώνεται, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα η Άγκυρα να ερμηνεύει κινήσεις της Ελλάδας και της Κύπρου μέσα από το πρίσμα της αντιπαράθεσής της με το Ισραήλ.

Ο ίδιος ο Ερντογάν έκανε λόγο για συνωμοσίες στη Μεσόγειο, υποστηρίζοντας ότι «ορισμένες μικρές και ασήμαντες οντότητες, των οποίων οι φιλοδοξίες ξεπερνούν κατά πολύ το ανάστημά τους, έχουν ανέβει στο σκάφος των ραδιουργιών του Ισραήλ και επιδιώκουν, δήθεν, κάποιες απατηλές φαντασιώσεις στην Ανατολική Μεσόγειο», απευθύνοντας συγχρόνως και μια ευθεία απειλή: «Να μην προσδεθεί κανείς στο άρμα της σιωνιστικής δολοφονικής σπείρας. Εάν υπάρξει επιβουλή κατά του δικαίου και των δικαιωμάτων της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων στην Ανατολική Μεσόγειο, θέλω να γίνει γνωστό ότι η αντίδρασή μας θα είναι πολύ σαφής και πολύ σκληρή».

Η απάντηση του Νετανιάχου ήρθε λίγη ώρα μετά, χαρακτηρίζοντας τον Τούρκο πρόεδρο «αντισημίτη τύραννο» που διαπράττει «γενοκτονία κατά των Κούρδων, στηρίζει τη Χαμάς, καταπιέζει τον ίδιο του τον λαό και φυλακίζει πολιτικούς αντιπάλους». Σύμφωνα με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, ο Ερντογάν «είναι ο τελευταίος που μπορεί να κάνει μαθήματα ηθικής στο Κράτος του Ισραήλ».

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξίσωση διαδραματίζουν και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η δημόσια στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ προς τον Τούρκο πρόεδρο προσφέρει στην Άγκυρα την αίσθηση ότι διατηρεί ερείσματα στην Ουάσιγκτον, παρά τις διαφωνίες που ανακύπτουν στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Η αίσθηση αυτή ενδέχεται να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση της τουρκικής ηγεσίας σε μια περίοδο κατά την οποία επιδιώκει να αναβαθμίσει τον περιφερειακό της ρόλο.

Το επόμενο διάστημα θα είναι κρίσιμο. Η διατήρηση των διαύλων επικοινωνίας παραμένει απαραίτητη, όμως είναι σαφές ότι η περίοδος σχετικής αποκλιμάκωσης που είχε διαμορφωθεί τα προηγούμενα χρόνια δοκιμάζεται. Και όσο η Τουρκία αντιλαμβάνεται την Ελλάδα και την Κύπρο μέσα από το πρίσμα της αντιπαράθεσής της με το Ισραήλ, τόσο πιο δύσκολη θα γίνεται η διατήρηση της ισορροπίας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.