Ο Ερντογάν κάνει «business»με τους S- 400 με το βλέμμα σε Ουάσιγκτον και F-35

Ο Ερντογάν κάνει «business»με τους S- 400 με το βλέμμα σε Ουάσιγκτον και F-35

Να εκμεταλλευθεί το μομέντουμ που δημιούργησε η παρουσία του προέδρου Τραμπ στην Άγκυρα, οι φιλοφρονήσεις προς το πρόσωπο του Τ. Ερντογάν και τα διθυραμβικά σχόλιά του για τον ρόλο της χώρας του επιχειρεί η Τουρκία, προκειμένου να απαλλαγεί από το μεγάλο βάρος των κυρώσεων CAATSA, οι οποίες θα απελευθερώσουν την αμυντική βιομηχανία της και θα αποκαταστήσουν τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Μετά τις νέες υποσχέσεις του Ντ. Τραμπ για το θέμα των F-35 και των κυρώσεων, κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Ερντογάν, η Τουρκία έχει θέσει σε εφαρμογή τα σενάρια που είχε επεξεργασθεί όλο το προηγούμενο διάστημα, προφανώς σε συνεννόηση με την αμερικανική πλευρά. Εξάλλου, πριν από τρεις μήνες, ο ίδιος ο Ντ. Τραμπ, σε δηλώσεις του στο Οβάλ Γραφείο, είχε «αναθέσει» στον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, αλλά και στον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς, να εξετάσουν το ζήτημα.

Η Τουρκία εδώ και καιρό έχει αναζητήσει φόρμουλα για τους S-400, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της αμερικανικής νομοθεσίας CAATSA, αλλά και διάταξη του Νόμου περί Εξουσιοδότησης της Εθνικής Άμυνας (NDAA) του 2021, η οποία αφορά ειδικά τους S-400 της Τουρκίας και προβλέπει κυρώσεις για την προμήθεια και κατοχή ρωσικού αμυντικού υλικού. Τα σενάρια αυτά προέβλεπαν από την αποσυναρμολόγηση των ρωσικών πυραύλων και την αποθήκευσή τους στην αμερικανική βάση του Ιντσιρλίκ έως και τη μεταφορά τους σε τρίτη χώρα.

Πρόκειται για επιλογές που είτε δεν κάλυπταν τους όρους της αμερικανικής νομοθεσίας είτε αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσκολίες, καθώς η μεταφορά σε τρίτη χώρα προϋποθέτει την έγκριση της Μόσχας, η οποία διατηρεί το δικαίωμα επιλογής του τελικού χρήστη.

Αμέσως μετά την αναχώρηση του προέδρου Τραμπ από την Άγκυρα, η Χουριέτ με δύο δημοσιεύματα έγκυρων δημοσιογράφων που βρίσκονται κοντά στην κυβέρνηση, «ανακοίνωσε» ότι έχει ληφθεί η απόφαση και έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί οι διαπραγματεύσεις για την πώληση των ρωσικών πυραύλων S-400 σε χώρα του Κόλπου, είτε στο Κατάρ είτε στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Αυτή θα ήταν μια λύση η οποία ουσιαστικά ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αμερικανικής νομοθεσίας και διευκολύνει τον πρόεδρο Τραμπ, προκειμένου, εφόσον προχωρήσει η συμφωνία, να προωθήσει την άρση των κυρώσεων, αλλά και την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.

Επισήμως, η Άγκυρα δεν έκανε κανένα σχόλιο και μόνο ο υπουργός Εξωτερικών, σε συνέντευξή του χθες στο TRT Haber, εξέφρασε αισιοδοξία ότι σύντομα θα λυθεί η εκκρεμότητα τόσο για τις κυρώσεις CAATSA όσο και για τα F-35, προσθέτοντας ότι «δεν θα υπάρχει πρόβλημα σχετικά με το ζήτημα αυτό».

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών τόνισε ότι υπάρχει η αναγκαία πολιτική βούληση τόσο από την Άγκυρα όσο και από την Ουάσιγκτον για την άρση των κυρώσεων και ότι οι αρμόδιοι υπουργοί εργάζονται για την επίλυση του ζητήματος.

Η δήλωση του εκπροσώπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, την Παρασκευή, ότι το ζήτημα των S-400 είναι εξαιρετικά ευαίσθητο και ότι βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες με την Άγκυρα, επιβεβαίωσε τις πληροφορίες ότι αναζητείται η συναίνεση της Μόσχας για τη μεταφορά των S-400 εκτός Τουρκίας. Ο Χ. Φιντάν είχε μεταβεί στη ρωσική πρωτεύουσα και είχε συναντηθεί, στις 17 Ιουνίου, με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ενώ πληροφορίες ανέφεραν ότι εκεί τέθηκε επισήμως το σχετικό αίτημα της Τουρκίας.

Η Ρωσία πιθανότατα θα θελήσει να διευκολύνει τον Τούρκο ηγέτη, ο οποίος διατηρεί στενή προσωπική σχέση με τον Βλαντίμιρ Πούτιν και, καθ' όλη τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία, διατήρησε ανοικτούς διαύλους με τη Μόσχα, αποφεύγοντας, ως η μόνη χώρα του δυτικού συνασπισμού, να επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία. Εάν, μάλιστα, αποφασισθεί η πώληση των ρωσικών πυραύλων σε χώρα του Κόλπου, για τη Μόσχα θα είναι μια καλή ευκαιρία να ανοίξει ο δρόμος για εξαγωγές αμυντικού υλικού προς τις χώρες αυτές, οι οποίες, μετά τον πόλεμο Ισραήλ–Ιράν, έχουν ξεκινήσει ένα μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα.

Βεβαίως, ένα σημαντικό πρόβλημα είναι ότι και το Ιράν διαθέτει S-400 και, επομένως, γνωρίζει καλά τις δυνατότητες του συγκεκριμένου αντιαεροπορικού συστήματος, ενώ δεν είναι ακόμη γνωστό ποια φόρμουλα θα βρει η Ουάσιγκτον, ώστε να εξαιρεθεί η χώρα που θα παραλάβει τους S-400 από την αμερικανική νομοθεσία, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην επιβολή κυρώσεων εις βάρος της.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η παραδοχή, έντεκα χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας Ερντογάν–Πούτιν, ότι η επιλογή αυτή του Τούρκου προέδρου υπήρξε καταστροφική για την Τουρκία, καθώς την άφησε εκτός του προγράμματος των F-35 και τραυμάτισε βαθιά τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, συνιστά σοβαρό πολιτικό πλήγμα για τον πρόεδρο Ερντογάν, το οποίο, βεβαίως, θα επιχειρηθεί να καλυφθεί από μια είδηση περί άρσης των κυρώσεων.

Η δυσπιστία και η καχυποψία που έχει προκαλέσει η αγορά των S-400 από την Τουρκία, καθώς και η συνεχιζόμενη στενή σχέση του Τ. Ερντογάν με τον πρόεδρο Πούτιν, ο οποίος αποτελεί τον στρατηγικό αντίπαλο του ΝΑΤΟ, παραμένουν ισχυρές και στο Κογκρέσο, το οποίο, σε κάποια φάση της διαδικασίας, θα εμπλακεί στην απόφαση για την άρση των κυρώσεων.

Η Αθήνα, με δηλώσεις των τελευταίων ημερών, έχει εγείρει ένα σημαντικό ζήτημα, ότι δεν θα πρέπει αμυντικό υλικό που πωλείται από σύμμαχο σε άλλη συμμαχική χώρα να χρησιμοποιείται εναντίον τρίτου συμμάχου. Αυτό δεν είναι κάτι έξω από τη λογική του Κογκρέσου, το οποίο στο παρελθόν είχε επιβάλει κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας λόγω της εισβολής στην Κύπρο, ενώ και στην Ευρώπη υπάρχουν περιορισμοί ως προς τη χρήση αμυντικού υλικού από την Τουρκία, για παράδειγμα εναντίον των Κούρδων.

Άγνωστο παραμένει, επίσης, το πώς ο πρόεδρος Τραμπ θα μπορέσει να κατευνάσει το Ισραήλ, το οποίο πλέον δηλώνει ανοιχτά ότι η πώληση των F-35 στην Τουρκία ανατρέπει την ισορροπία στην περιοχή, καταγγέλλοντας συγχρόνως την Τουρκία και τον Τ. Ερντογάν ότι επιδιώκουν την «εξάλειψή» του. Το αφήγημα αυτό, που καλλιεργείται πλέον από το Τελ Αβίβ, επιβεβαιώνει και τη στρατηγική προσαρμογή του Ισραήλ, το οποίο, όσο αποδυναμώνεται το Ιράν, βλέπει πλέον ως εναλλακτική απειλή για την ασφάλειά του την Τουρκία και τον Τ. Ερντογάν.

Η αμερικανική κυβέρνηση, η οποία δεσμεύεται από τη νομοθεσία για τη διασφάλιση του Ποιοτικού Στρατιωτικού Πλεονεκτήματος (QME) του Ισραήλ, θα πρέπει να πείσει τόσο τους νομοθέτες όσο και το εβραϊκό λόμπι ότι τα F-35 που ενδεχομένως θα αποκτήσει η Τουρκία, αλλά και το υπόλοιπο αμυντικό υλικό που θα καταστεί διαθέσιμο μετά την άρση των κυρώσεων, δεν θα απειλήσουν το στρατιωτικό πλεονέκτημα του Ισραήλ ούτε θα στραφούν εναντίον του. Μια σαφής αναφορά σε περιορισμούς ως προς τη χρήση αυτού του υλικού, όμως, δύσκολα θα γίνει αποδεκτή από την Τουρκία, και αυτό αποτελεί έναν ακόμη γρίφο που θα πρέπει να επιλύσει το επιτελείο του Ντ. Τραμπ.

Μετά και την επίσκεψη Τραμπ, πάντως, αλλά και παρά τη χείρα βοηθείας και στήριξης που προσέφερε στον Τ. Ερντογάν, επιβεβαιώθηκε για ακόμη μία φορά ότι, εάν η Τουρκία δεν απαλλαγεί, έστω και με πολιτικό κόστος, από τους S-400, το μεγάλο αγκάθι στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις θα παραμείνει και η Άγκυρα θα εξακολουθήσει να βλέπει τα F-35 να πετούν νότια των συνόρων της με τα διακριτικά της ισραηλινής πολεμικής αεροπορίας και πάνω από το Αιγαίο με τα εθνόσημα της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.