Πέθανε σε ηλικία 100 ετών από επιπλοκές της νόσου Πάρκινσον ο Άλαν Γκρίνσπαν, ο εμβληματικός οικονομολόγος που σφράγισε την παγκόσμια οικονομία διοικώντας την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ (Federal Reserve) για 19 χρόνια. Την είδηση του θανάτου του ανακοίνωσε η σύζυγός του και διακεκριμένη δημοσιογράφος του NBC, Αντρέα Μίτσελ.
Ο Γκρίνσπαν διορίστηκε επικεφαλής της Fed το 1987 από τον Ρόναλντ Ρέιγκαν και παρέμεινε στη θέση του υπό τέσσερις διαφορετικούς Προέδρους μέχρι το 2006, καταγράφοντας τη δεύτερη μακροβιότερη θητεία στην ιστορία του θεσμού. Χαρακτηρίστηκε ως «Μαέστρος» για την ικανότητά του να πλοηγεί την αμερικανική οικονομία μέσα από περιόδους έντονης ανάπτυξης αλλά και μεγάλων κρίσεων.
Έμεινε στην ιστορία για τη στρατηγική της «σκόπιμης ασάφειας» (Fedspeak), χρησιμοποιώντας περίπλοκη γλώσσα για να μην προκαλεί αναταραχή στις αγορές. Η πιο διάσημη φράση του, περί «παράλογης ευφορίας» (irrational exuberance) το 1996, προκάλεσε προσωρινό κραχ στα διεθνή χρηματιστήρια, καθώς ερμηνεύτηκε ως προειδοποίηση για υπερτίμηση των μετοχών.
Η θητεία του ξεκίνησε με τη διαχείριση της «Μαύρης Δευτέρας» του 1987, όπου η άμεση διοχέτευση ρευστότητας απέτρεψε την ύφεση και ακολούθησαν η ασιατική κρίση, η τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου και η φούσκα των dot-com.
Αν και οι υποστηρικτές του του πιστώνουν τη μακροβιότερη οικονομική επέκταση των ΗΠΑ, οι επικριτές του τον κατηγορούν ότι η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων που εφάρμοσε έστρωσε το έδαφος για τη στεγαστική κρίση που οδήγησε στη Μεγάλη Ύφεση του 2008.
Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Γκρίνσπαν παρέμεινε ένθερμος υπερασπιστής της ανεξαρτησίας της Fed και πρόσφατα, τον Ιανουάριο του 2026, είχε συνυπογράψει κοινή δήλωση καταδίκης των πολιτικών παρεμβάσεων εις βάρος του νυν επικεφαλής της τράπεζας, Τζερόμ Πάουελ, υπενθυμίζοντας ότι ο έλεγχος των αγορών απαιτεί επιστημονική αυτονομία μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες.
