Το «Squawk Box» του CNBC, είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες χρηματιστηριακές τηλεοπτικές εκπομπές. Και όχι μόνο διότι έχει σημαντικούς καλεσμένους. Αλλά διότι δεν είναι ούτε στημένες, ούτε προσυνεννοημένες, οπότε έχουν σχεδόν πάντα ενδιαφέρουσα κατάληξη. Η πρόσφατη εμφάνιση του Alex Karp, διευθύνοντος συμβούλου της Palantir, στην εκπομπή που παρακολουθήσαμε την προηγούμενη εβδομάδα δεν ήταν απλά μια συνέντευξη. Ήταν μια δημόσια εκρηκτική παρέμβαση που ταρακούνησε τα θεμέλια της συζήτησης για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI).
Η πρόσκληση του στην εκπομπή αφορούσε την ανάλυση της στρατηγικής συνεργασίας της Palantir με τη Nvidia και την μετάφραση της σε απλούς και κατανοητούς αριθμούς. Ωστόσο, η παρουσία του μετατράπηκε σε έναν καταιγιστικό μονόλογο, που οδήγησε σε μια βαθιά και καυστική κριτική προς το τρέχον επιχειρηματικό μοντέλο της βιομηχανίας της AI.
Ο Alex Karp, στράφηκε με ιδιαίτερα επιθετικό τρόπο κατά του μοντέλου των «tokens», το οποίο αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (LLMs), όπως αυτά της OpenAI και της Anthropic. Ο Karp χαρακτήρισε το όλο οικοδόμημα ως «εντελώς τρελό» και «υπερεκτιμημένο». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι επιχειρήσεις έχουν παγιδευτεί σε μια κατάσταση που ονόμασε «tokenmaxxing». Δηλαδή σπαταλούν εκατομμύρια δολάρια για την κατανάλωση «tokens», χωρίς όμως να αποκομίζουν ουσιαστική επιχειρηματική υπεραξία.
Τι είναι τα «tokens»; Είναι η μετατροπή των λέξεων των ερωτήσεων μας προς τα μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης.
Έτσι η κάθε ερώτηση προς την εφαρμογή ΑΙ, μετατρέπεται σε «tokens». Το ίδιο και η κάθε απάντηση. Οπότε μετά από κάθε «διάλογο», ο χρήστης έχει χρεωθεί με έναν αριθμό από «tokens». Ο οποίος με τη σειρά του αντιστοιχεί σε ένα πραγματικό δολαριακό κόστος. Για παράδειγμα, το κόστος για έναν χρήστη του Open AI είναι περίπου $2.50 ανά 1 εκατ. input tokens (ερωτήσεις) και περίπου $10 ανά 1 εκατ. output tokens (απαντήσεις). Έτσι όταν μια εταιρεία υποβάλει 10.000 ερωτήσεις την ημέρα με μέσο όρο 400 tokens η καθεμία, τότε το μηνιαίο κόστος μπορεί εύκολα να φτάσει χιλιάδες ή δεκάδες χιλιάδες δολάρια.
Στην πραγματικότητα, ο Alex Karp έθεσε το ερώτημα που πολλοί CEO διστάζουν να διατυπώσουν δημόσια. Και το δήλωσε ξεκάθαρα: «Αυτή είναι η φωνή των αμερικανικών επιχειρήσεων που διοχετεύεται μέσω εμού».
Το πραγματικό ερώτημα είναι το εάν όντως οι τρέχουσες εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης προσφέρουν λύσεις που μεταφράζονται σε αύξηση της κερδοφορίας και της παραγωγικότητας, ή μήπως πρόκειται περί μιας «φούσκας» εντυπωσιασμού; Η ανησυχία του, είναι ότι οι επιχειρήσεις παρασύρονται από το μάρκετιγκ της Silicon Valley. Επενδύουν σε εργαλεία που εντυπωσιάζουν στις παρουσιάσεις, αλλά αδυνατούν να προσφέρουν πρακτικό, ποσοτικοποιημένο και μετρήσιμο όφελος στις σύνθετες επιχειρηματικές λειτουργίες. Το οποίο όφελος με τη σειρά του να μετατρέπεται σε κέρδος.
Ίσως, η πιο σοβαρή προειδοποίηση του Karp αφορούσε την πνευματική ιδιοκτησία (IP). Ο CEO της Palantir υποστήριξε ότι οι επιχειρήσεις που τροφοδοτούν τα μοντέλα των μεγάλων AI labs με τα δεδομένα τους, ουσιαστικά υπογράφουν ταυτόχρονα και την καταδίκη τους. Καθώς αυτά τα δεδομένα χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση των μοντέλων LLM της OpenAI και της Anthropic. Tόνισε ότι ουσιαστικά οι εταιρείες παραδίδουν το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα, δηλαδή την πνευματική περιουσία τους, στους προμηθευτές των εφαρμογών AI.
Αυτό το ζήτημα της «διαρροής γνώσης και της πληροφορίας» είναι κεντρικό στη στρατηγική της Palantir, η οποία ανέκαθεν έδινε έμφαση στην ασφάλεια, στην προστασία και τον διαχωρισμό των δεδομένων. Ο Karp υπενθύμισε στις επιχειρήσεις, ότι η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη. Διότι όταν η τεχνολογία ανήκει σε έναν τρίτο, ο οποίος «μαθαίνει και διδάσκεται» από τις δικές σου πληροφορίες και τα δικά σου δεδομένα, το «κρυφό κόστος» μπορεί να είναι η σταδιακή απώλεια της επιχειρηματικής σου αυτονομίας, μέσω της «εκχώρησης» της γνώσης σε αυτόν τον τρίτο.
Η επίθεση του Karp επεκτάθηκε και στον τομέα της εθνικής ασφάλειας, που είναι το βασικό πεδίο δραστηριότητας της Palantir. Ο Karp, του οποίου η εταιρεία διατηρεί βαθιές σχέσεις με τις υπηρεσίες πληροφοριών και τον στρατό, υποστήριξε ότι η ασφάλεια του έθνους δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο πειραματισμού από ανθρώπους που δεν συμμερίζονται τις θεμελιώδεις αξίες της εθνικής άμυνας. Έτσι κατέκρινε την εξάρτηση της αμερικανικής κυβέρνησης από στελέχη της Silicon Valley που επιδεικνύουν δυσπιστία, επιφυλακτικότητα ή ακόμα και εχθρικότητα απέναντι στο Υπουργείο Άμυνας και στο βαθύ αμερικανικό κράτος.
Ο Alex Karp σε αντίθεση με τη σιωπηλή πλειοψηφία των CEO, οι οποίοι, αν και δεν τολμούν να μιλήσουν ανοιχτά για να μην κατηγορηθούν ως «τεχνολογικά αναλφάβητοι», βράζουν από οργή για το πώς διαχειρίζονται τα κεφάλαιά τους οι κολοσσοί της AI, μίλησε έξω από τα δόντια.
Η παρέμβαση του στο «Squawk Box» του CNBC είναι ένα ακόμα σημάδι ότι η «περίοδος χάριτος» για τις εταιρείες AI τελειώνει. Καθώς οι επιχειρήσεις αρχίζουν να συνειδητοποιούν το πραγματικό κόστος και την πραγματική απόδοση των επενδύσεών τους στην Τεχνητή Νοημοσύνη, οι φωνές που ζητούν αποτέλεσμα και ουσία, αντί για μόδα και εντυπωσιασμό πληθαίνουν.
Το μήνυμα είναι πως η AI δεν μπορεί να είναι μια «μαύρη τρύπα» κεφαλαίων και μηχανισμός αφαίμαξης πνευματικής ιδιοκτησίας. Πρέπει να είναι ένα εργαλείο που υπηρετεί την πραγματική οικονομία, την εθνική ασφάλεια και, πάνω απ' όλα, το επιχειρηματικό συμφέρον εκείνων που πληρώνουν για αυτήν. Ένα μήνυμα προειδοποίησης προς μια αγορά και μια επενδυτική κοινότητα που κινδυνεύει να χάσει την επαφή με την πραγματικότητα.
Για να μην μπερδευόμαστε, ας τονιστεί ότι σε κανένα σημείο της συνέντευξης, ο CEO της Palantir, δεν έθεσε θέμα αμφισβήτησης της τεχνολογικής αξίας της Τεχνητής Νοημοσύνης. Έθεσε θέμα ξεκάθαρα, σχετικά με το κόστος της και την αποδοτικότητα της, όσον αφορά τα οικονομικά μεγέθη των εταιρειών – χρηστών της.
