Δύο ξεκάθαρα μηνύματα, με διαφορετικούς αποδέκτες αλλά κοινό παρονομαστή τη σταθερή ελληνική στρατηγική, έστειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ. Ο πρωθυπουργός, απαντώντας τόσο στις εξελίξεις γύρω από το ενδεχόμενο προμήθειας μαχητικών F-35 από την Τουρκία όσο και στις ερωτήσεις για τη διατήρηση του τουρκικού casus belli, ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να υπαγορεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες τις αποφάσεις τους για τις εξαγωγές οπλικών συστημάτων, ενώ ταυτόχρονα επανέλαβε ότι η απειλή πολέμου απέναντι σε μία σύμμαχο χώρα αποτελεί μια «ιστορικά αναχρονιστική» επιλογή που δεν έχει θέση στο σημερινό περιβάλλον ασφαλείας.
Οι τοποθετήσεις του πρωθυπουργού έγιναν σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται με ταχύτητα, η Συμμαχία επανακαθορίζει τις προτεραιότητές της και οι σχέσεις Αθήνας - Άγκυρας βρίσκονται σε μια εύθραυστη φάση αποκλιμάκωσης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να διατηρήσει ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία, χωρίς όμως να αφήνει περιθώρια παρερμηνειών ως προς τις πάγιες εθνικές θέσεις.
Η απάντηση στις δηλώσεις Τραμπ για τα F-35
Αφορμή για τις δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη αποτέλεσαν οι αναφορές του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εξετάσουν το τουρκικό αίτημα για την απόκτηση μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35.
Ερωτηθείς σχετικά, ο πρωθυπουργός απέφυγε να σχολιάσει τις επιλογές της Ουάσιγκτον, επιμένοντας ότι η Ελλάδα δεν παρεμβαίνει στις αποφάσεις των συμμάχων της.
«Δεν είναι δικιά μου δουλειά να σχολιάζω τις επιλογές άλλων χωρών. Ούτε προφανώς η Ελλάδα είναι αυτή η οποία θα υποδείξει στις Ηνωμένες Πολιτείες σε ποιους θα πουλήσουν ή δεν θα πουλήσουν αμυντικά συστήματα», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Με τη συγκεκριμένη τοποθέτηση, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να διαχωρίσει την ελληνική στάση από τις δημόσιες αντιπαραθέσεις γύρω από τα αμερικανικά εξοπλιστικά προγράμματα, επισημαίνοντας ότι η Αθήνα αντιμετωπίζει το ζήτημα θεσμικά και με σεβασμό στις αποφάσεις των συμμάχων της.
Ωστόσο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπενθύμισε ότι η υπόθεση των F-35 δεν εξαρτάται αποκλειστικά από πολιτικές αποφάσεις, καθώς εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά νομικά και θεσμικά εμπόδια για την Τουρκία.
Όπως σημείωσε, η απομάκρυνση της Άγκυρας από το πρόγραμμα δεν έγινε τυχαία, αλλά ήταν συνέπεια της επιλογής της να αποκτήσει το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400, μια απόφαση που οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ είχαν χαρακτηρίσει ασύμβατη με τη λειτουργία του προγράμματος των F-35.
Ο πρωθυπουργός υπενθύμισε ότι το συγκεκριμένο ζήτημα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς στην αμερικανική νομοθεσία, γεγονός που δημιουργεί συγκεκριμένες προϋποθέσεις πριν από οποιαδήποτε αλλαγή στάσης απέναντι στην Τουρκία.
Η Ελλάδα έχει ήδη κάνει τις επιλογές της
Από το βήμα της Συνόδου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έστρεψε στη συνέχεια τη συζήτηση στις ελληνικές αμυντικές δυνατότητες, επισημαίνοντας ότι η χώρα έχει ήδη προχωρήσει σε μια συνολική αναβάθμιση της Πολεμικής Αεροπορίας.
«Η Ελλάδα από το 2019, από τότε που έχω την τιμή να είμαι πρωθυπουργός της χώρας, έχει ενισχύσει σημαντικά την αεροπορία της», ανέφερε.
Υπενθύμισε ότι όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας το πρόγραμμα αναβάθμισης των μαχητικών F-16 εξελισσόταν με πολύ αργούς ρυθμούς.
Σήμερα, όπως είπε, το πρόγραμμα των F-16 Viper προχωρά ταχύτατα, με περισσότερα από 50 αεροσκάφη να έχουν ήδη αναβαθμιστεί και τον συνολικό αριθμό να φτάνει σύντομα τα 83.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στην απόκτηση των 24 γαλλικών Rafale, τα οποία έχουν ήδη ενταχθεί στην Πολεμική Αεροπορία, αλλά και στη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα των F-35.
«Έχουμε προμηθευτεί 24 υπερσύγχρονα Rafale με πολύ γρήγορες διαδικασίες και προφανώς έχουμε ήδη μπει και συμμετέχουμε ενεργά στο πρόγραμμα των F-35», υπογράμμισε.
Με τον τρόπο αυτό, ο πρωθυπουργός θέλησε να καταστήσει σαφές ότι η Ελλάδα δεν παρακολουθεί παθητικά τις εξελίξεις στην περιοχή, αλλά υλοποιεί με συνέπεια ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο ενίσχυσης της αποτρεπτικής της ισχύος.
«Η απειλή πολέμου δεν ταιριάζει με το κλίμα της Συμμαχίας»
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και στο ζήτημα του τουρκικού casus belli.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, υπενθύμισε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που θέτει δημόσια το συγκεκριμένο θέμα, αποκαλύπτοντας ότι το είχε συζητήσει και κατά τη διάρκεια της πρόσφατης συνάντησής του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
«Δεν είναι η πρώτη φορά που έχω αναφερθεί στο casus belli. Είχα την ευκαιρία να το κάνω και όταν βρέθηκα στη διμερή συνάντησή μας με τον Πρόεδρο Ερντογάν πριν από κάποιους μήνες», ανέφερε.
Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε την απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995 «ιστορικά αναχρονιστική», τονίζοντας ότι δεν συνάδει ούτε με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ούτε με την προσπάθεια οικοδόμησης σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
«Είναι μια ιστορικά αναχρονιστική απόφαση, η οποία δεν συντάσσεται ούτε με τη Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών ούτε με το καλό κλίμα το οποίο θέλουμε να χτίσουμε ως δύο γειτονικές χώρες, που παρά τις διαφορές μας θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε ειρηνικά και να χτίσουμε σχέσεις καλής γειτονίας», υπογράμμισε.
Στη συνέχεια έστειλε μήνυμα όχι μόνο προς την Άγκυρα αλλά και προς τους Ευρωπαίους εταίρους.
«Νομίζω ότι όλοι οι συνάδελφοί μου στην Ευρώπη αντιλαμβάνονται ότι δεν ταιριάζει και με το κλίμα της Συμμαχίας να υπάρχει αυτή η απειλή πολέμου, η οποία έρχεται από το βάθος του χρόνου, από το 1995. Νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα να την αφήσουμε πίσω μας».
Με τη συγκεκριμένη αναφορά, η ελληνική πλευρά επαναφέρει ένα πάγιο αίτημα: ότι η πραγματική βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν μπορεί να συμβαδίζει με τη διατήρηση μιας επίσημης απειλής πολέμου απέναντι στην Ελλάδα.
Η στρατηγική της αποτροπής
Οι δηλώσεις του πρωθυπουργού αποτυπώνουν τη φιλοσοφία της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στα ζητήματα άμυνας και ασφάλειας.
Η Αθήνα επιδιώκει τη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας με την Τουρκία, στηρίζει τον πολιτικό διάλογο και επιθυμεί την ειρηνική επίλυση των διαφορών, ωστόσο θεωρεί ότι ο διάλογος πρέπει να στηρίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό και στην αποχή από απειλές.
Παράλληλα, η κυβέρνηση θεωρεί ότι η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της ειρήνης και όχι παράγοντα αποσταθεροποίησης.
Για τον λόγο αυτό, η Ελλάδα συνεχίζει να επενδύει στην αναβάθμιση των επιχειρησιακών της δυνατοτήτων, στην ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας και στη συμμετοχή της στα πιο σύγχρονα εξοπλιστικά προγράμματα της Δύσης.
Αισιοδοξία για τη Μέση Ανατολή και τις τιμές του πετρελαίου
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ρωτήθηκε και για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, εκφράζοντας συγκρατημένη αισιοδοξία ότι η κατάσταση μπορεί να αποκλιμακωθεί.
«Επιτρέψτε μου να βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο», ανέφερε, εκτιμώντας ότι μπορεί να συνεχιστούν οι συζητήσεις μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών και να διατηρηθεί ο σεβασμός στην εκεχειρία που έχει συμφωνηθεί.
Αναφερόμενος στις διεθνείς αγορές ενέργειας, παραδέχθηκε ότι η άνοδος των τιμών του πετρελαίου προκαλεί προβληματισμό, ωστόσο εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι πρόκειται για μια προσωρινή εξέλιξη.
Όπως είπε, οι τιμές του πετρελαίου παρουσιάζουν έντονες διακυμάνσεις και η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται σε ορίζοντα εβδομάδων ή και μηνών. Εκτίμησε, μάλιστα, ότι με την αποκλιμάκωση της κρίσης οι τιμές θα επανέλθουν σε επίπεδα που θα είναι διαχειρίσιμα για την ελληνική οικονομία.
Το πολιτικό μήνυμα της Αθήνας
Οι δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ συμπυκνώνουν τη στρατηγική που ακολουθεί η ελληνική κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια. Από τη μία πλευρά, η Αθήνα αποφεύγει να εμπλακεί σε δημόσιες αντιπαραθέσεις για τις αποφάσεις των συμμάχων της, όπως στην περίπτωση των F-35, επιμένοντας ότι κάθε χώρα λαμβάνει τις δικές της αποφάσεις. Από την άλλη, υπενθυμίζει ότι υπάρχουν συγκεκριμένα θεσμικά και νομικά δεδομένα που δεν μπορούν να αγνοηθούν, ενώ παράλληλα αναδεικνύει τη σταθερή πρόοδο της Ελλάδας στην αναβάθμιση των αμυντικών της δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η επαναφορά του ζητήματος του casus belli λειτουργεί ως σαφής υπενθύμιση ότι η ελληνική κυβέρνηση θεωρεί ασύμβατη με τις αρχές του ΝΑΤΟ και του Διεθνούς Δικαίου τη διατήρηση μιας απειλής πολέμου μεταξύ δύο συμμάχων. Το μήνυμα που εκπέμπει η Αθήνα είναι ότι επιδιώκει σχέσεις καλής γειτονίας και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά αυτές μπορούν να οικοδομηθούν μόνο στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού, της εγκατάλειψης αναχρονιστικών απειλών και της πλήρους συμμόρφωσης με το Διεθνές Δίκαιο.
