Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά την άφιξή του στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ απέφυγε να σχολιάσει ευθέως τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Δεν επέλεξε τη δημόσια αντιπαράθεση. Επέλεξε, όμως, να επαναφέρει το θεμελιώδες ζήτημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Την ύπαρξη της διαρκούς απειλής πολέμου από την Τουρκία κατά της Ελλάδας με το ψηφισμένο από την τουρκική Εθνοσυνέλευση casus belli.
Η αναφορά συνδέεται ευθέως με τη γραμμή που είχε χαράξει ο πρωθυπουργός ήδη από τον Φεβρουάριο, στη συνάντησή του με τον Τούρκο πρόεδρο, όταν ζήτησε ανοιχτά την άρση του casus belli. Τότε είχε σημειώσει ότι «είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις» και είχε θέσει το ερώτημα «αν όχι τώρα, πότε;». Η ίδια φράση αποκτά σήμερα μεγαλύτερο αποτύπωμα καθώς η ΑΘηνα δεν θέτει το θέμα μόνο ως ελληνοτουρκική εκκρεμότητα. Το θέτει ως πρόβλημα συνοχής της ίδιας της Συμμαχίας αποδίδοντας στη συμμαχική ιδιότητα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
Η συζήτηση για το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραΕμμα των αμερικανικών μαχητικών πέμπτης γενιάς δεν αντιμετωπίζεται από την Αθήνα ως ένα απλό εξοπλιστικό επεισόδιο. Αντιμετωπίζεται ως πολιτικό και στρατηγικό ζήτημα που αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της συμμαχικής συμπεριφοράς μέσα στο ΝΑΤΟ.
Το μήνυμα του πρωθυπουργού είχε δύο κατευθύνσεις. Από τη μία, η Ελλάδα στηρίζει τον διάλογο και την καλή γειτονία. Από την άλλη, δεν αποδέχεται η απειλή πολέμου να θεωρείται κανονική συνθήκη ανάμεσα σε δύο κράτη μέλη του ΝΑΤΟ.
Η Αθήνα δεν ζητά από τη Συμμαχία να επιλύσει τα ελληνοτουρκικά γνωρίζοντας τα όρια του ΝΑΤΟ. Η Συμμαχία δεν παρεμβαίνει σε διμερείς διαφορές, ούτε παίρνει θέση για θαλάσσιες ζώνες, υφαλοκρηπίδα και κυριαρχικά δικαιώματα.
Όμως η ελληνική θέση είναι διαφορετική. Ένας σύμμαχος δεν γίνεται να απειλεί άλλον σύμμαχο με πόλεμο και την ίδια ώρα να ζητά πλήρη στρατηγική κανονικότητα στο εσωτερικό της Συμμαχίας. Πολύ περισσότερο όταν η συζήτηση αφορά οπλικά συστήματα μεγάλης ισχύος, τα οποία επηρεάζουν τις ισορροπίες στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Με αυτή τη γραμμή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να μετακινήσει το βάρος της συζήτησης. Το ερώτημα για την Αθήνα δεν είναι μόνο αν η Τουρκία θα αποκτήσει νέα μαχητικά. Είναι αν η συμμαχική ιδιότητα συνοδεύεται από στοιχειώδεις κανόνες συμπεριφοράς.
Η κυβέρνηση επιδιώκει να αποφύγει μια εικόνα αμυντικής αμηχανίας απέναντι στην Άγκυρα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η απάντηση δεν περιορίζεται στα τουρκικά εξοπλιστικά αιτήματα.
Η Αθήνα προσέρχεται στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ με το επιχείρημα ότι η Ελλάδα έχει ήδη αναβαθμίσει τη θέση της μέσα στη Συμμαχία. Η ένταξη στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς, η αναβάθμιση των ελληνικών μαχητικών στην έκδοση Viper, η απόκτηση των Rafale και η ενίσχυση του Πολεμικού Ναυτικού με τις φρεγάτες Belharra συγκροτούν ένα νέο πεδίο αποτροπής.
Αυτό το πεδίο δεν αφορά μόνο την ισορροπία ισχύος με την Τουρκία. Αφορά τη συνολική αξιοπιστία της Ελλάδας ως κράτους που επενδύει στην άμυνα, τηρεί τις συμμαχικές υποχρεώσεις του και αναλαμβάνει ρόλο στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Σε μια Σύνοδο όπου το βάρος πέφτει στη συνεισφορά των κρατών μελών, η Ελλάδα εμφανίζεται ως χώρα που έχει ήδη απαντήσει στην απαίτηση για μεγαλύτερη ανάληψη ευθύνης στην άμυνα.
Οι διπλωματικές πράξεις
Η ελληνική επιχειρηματολογία δεν στηρίζεται αποκλειστικά στα εξοπλιστικά. Η Αθήνα προβάλλει και τις διπλωματικές κινήσεις των τελευταίων ετών. Οι συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο, η επέκταση των χωρικών υδάτων στο Ιόνιο και ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός συνθέτουν μια γραμμή που βασίζεται σε πράξεις.
Η κυβέρνηση θέλει να δείξει ότι η Ελλάδα δεν αντιδρά με βάση τις κινήσεις της Άγκυρας. Κινείται με δική της στρατηγική. Χτίζει αποτροπή, αξιοποιεί το διεθνές δίκαιο, ενισχύει τις συμμαχίες της και κατοχυρώνει θέσεις σε κρίσιμα πεδία.
Αυτό διαφοροποιεί και τη δημόσια στάση του πρωθυπουργού. Οι χαμηλοί τόνοι δεν σημαίνουν υποχώρηση. Σημαίνουν προσπάθεια να εμφανιστεί η Ελλάδα ως σοβαρός και προβλέψιμος παράγοντας σε μια περίοδο μεγάλης αστάθειας.
