Ήρθε η ώρα για τοποθετήσεις στις ευρωπαϊκές μετοχές, σύμφωνα με την Κάρεν Γουόρντ της JPMorgan Asset Management, η οποία εκτιμά ότι η αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή δημιουργεί ελκυστικές επενδυτικές ευκαιρίες.
Η επικεφαλής στρατηγικής αγορών για την περιοχή ΕΜΕΑ σημειώνει ότι η πτώση των τιμών του πετρελαίου, οι οποίες έχουν επιστρέψει στα επίπεδα των πρώτων ημερών του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν, σε συνδυασμό με το ράλι της Τεχνητής Νοημοσύνης στις αγορές των ΗΠΑ και της Ασίας, αφήνει τις ευρωπαϊκές μετοχές σχετικά υποτιμημένες, σύμφωνα με το Bloomberg.
«Είμαι πραγματικά αισιόδοξη για την Ευρώπη και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι κανείς δεν συμφωνεί μαζί μου», δήλωσε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι όσο υποχωρεί η αβεβαιότητα γύρω από το Ιράν και συνεχίζεται η αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου, θα δημιουργούνται περισσότερες επενδυτικές ευκαιρίες.
Παρότι ο βασικός ευρωπαϊκός χρηματιστηριακός δείκτης εξακολουθεί να υπολείπεται των αντίστοιχων δεικτών στις ΗΠΑ και την Ασία από τις αρχές του έτους, η διαφορά στις αποτιμήσεις έχει ήδη περιοριστεί μετά τις πρώτες ενδείξεις εξομάλυνσης της κρίσης. Η προσωρινή συμφωνία που υπέγραψε ο Ντόναλντ Τραμπ για την παύση του πολέμου και την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ ενίσχυσε την αποκλιμάκωση στις αγορές ενέργειας.
Η Γουόρντ εκτιμά ότι, με την εφαρμογή μιας οριστικής συμφωνίας, οι αγορές θα επιστρέψουν στα επίπεδα πριν από τον πόλεμο, όταν οι επενδυτές απομακρύνονταν από τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία λόγω αμφιβολιών για τη δυναμική της τεχνητής νοημοσύνης και αναζητούσαν μεγαλύτερη γεωγραφική διαφοροποίηση.
Παρά την αισιοδοξία της, παραδέχεται ότι πολλοί επενδυτές παραμένουν επιφυλακτικοί, έχοντας ακόμη στο μυαλό τους τη δεκαετή υποαπόδοση της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ και τις ανησυχίες που έχουν αναδειχθεί, μεταξύ άλλων, στην έκθεση του Μάριο Ντράγκι για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα. Το σχέδιο Ντράγκι προβλέπει ενοποίηση των αγορών και επενδύσεις 1,2 τρισ. ευρώ ετησίως σε ψηφιακές τεχνολογίες, καθαρή ενέργεια και άμυνα.
Ως προς τις επενδυτικές επιλογές, η Γουόρντ εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε παραδοσιακούς κλάδους, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και η φαρμακοβιομηχανία, προτιμώντας τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, τη βιομηχανία και τις χημικές εταιρείες, τις οποίες θεωρεί καλύτερα τοποθετημένες για να επωφεληθούν από μια πιθανή παγκόσμια βιομηχανική ανάκαμψη.
