Από την Ανδριάνα Ι Παπαϊωάννου, Επίκουρη Καθηγήτρια Πνευμονολογίας ΕΚΠΑ, Α’ Πανεπιστημιακή Πνευμονολογική Κλινική Ν. Ν. Θ. Α. "Η Σωτηρία"
Το άσθμα είναι μια ετερογενής νόσος των πνευμόνων που χαρακτηρίζεται από αναπνευστικά συμπτώματα όπως δύσπνοια, σφίξιμο στο στήθος και βήχα τα οποία μεταβάλλονται με το χρόνο ή με την επαφή με διάφορους ερεθιστικούς παράγοντες.
Υπολογίζεται ότι πάνω από 260 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως πάσχουν από άσθμα, αριθμός που αντιστοιχεί σε περίπου 3.400 ασθενείς/100.000 πληθυσμού. Η ετερογένεια της νόσου που προαναφέραμε αφορά τόσο τις εκδηλώσεις της νόσου όσο και τη βαρύτητά της. Έτσι, υπάρχουν ασθενείς που εμφανίζουν ήπια συμπτώματα σε αραιά χρονικά διαστήματα αλλά και άλλοι με συχνότερα και εντονότερα συμπτώματα που απαιτούν πιο εντατική θεραπεία. Οι τελευταίοι, είναι εκείνοι οι οποίοι απασχολούν περισσότερο τα συστήματα υγείας και καταναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος των πόρων της υγείας για το άσθμα.
Πριν από αρκετές δεκαετίες οι θεραπευτικές επιλογές για τη νόσο ήταν περιορισμένες με αποτέλεσμα οι ασθενείς να ταλαιπωρούνται σημαντικά στην καθημερινότητά τους αλλά και να κινδυνεύουν στις περιπτώσεις που εμφάνιζαν κάποια σοβαρή παρόξυνση. Η εικόνα αυτή άλλαξε ριζικά μετά τη δεκαετία του 1970 με τη διάθεση στην αγορά των φαρμάκων, των εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών. Τα φάρμακα αυτά έχουν αντιφλεγμονώδη δράση, μειώνοντας τη φλεγμονή των αεραγωγών και χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του άσθματος μέχρι σήμερα είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με βρογχοδιασταλτικά φάρμακα. Έτσι οι ασθενείς με άσθμα κέρδισαν ανακούφιση από τα συμπτώματα καλύτερη καθημερινότητα και επιπλέον λιγότερες παροξύνσεις της νόσου.
Φτάνουμε λοιπόν μέχρι το σήμερα, όπου πλέον το ζητούμενο στη διαχείριση των ασθενών με άσθμα είναι ο πλήρης έλεγχος της νόσου. Και όταν μιλάμε για πλήρη έλεγχο, εννοούμε ότι ο ασθενής δεν θα πρέπει να έχει καθόλου συμπτώματα (βήχα, δύσπνοια, σφύριγμα στο στήθος) ούτε κατά τη διάρκεια της ημέρας ούτε και κατά τη διάρκεια του ύπνου του, θα πρέπει να μπορεί να πραγματοποιεί φυσιολογικά όλες τις καθημερινές του δραστηριότητες χωρίς περιορισμούς, να μην βιώνει παροξύνσεις της νόσου, και να έχει μια όσο το δυνατόν πιο φυσιολογική αναπνευστική λειτουργία όπως αυτή αξιολογείται σε ένα ειδικό πνευμονολογικό εργαστήριο λειτουργικού ελέγχου.
Ο έλεγχος επιτυγχάνεται κάθε φορά με διαφορετική θεραπεία ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου και τα χαρακτηριστικά του ασθενούς. Έτσι, υπάρχουν ασθενείς οι οποίοι απαιτούν καθημερινή θεραπεία με εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή μαζί με ένα ή και δύο βρογχοδιασταλτικά φάρμακα και άλλοι που χρειάζονται θεραπεία μόνο περιστασιακά, ανάλογα με την εμφάνιση των συμπτωμάτων.
Επίσης οι ανάγκες στη θεραπεία μπορεί να αλλάζουν κατά περιόδους και ανάλογα με το επίπεδο του ελέγχου να απαιτείται άλλοτε σταθερή και πιο δραστική θεραπεία και άλλοτε περιστασιακή αγωγή. Ο πνευμονολόγος μπορεί να επιλέξει την αυξομείωση αυτή της θεραπείας στους ασθενείς, αλλά και ο ίδιος ο ασθενής πλέον εκπαιδεύεται και προμηθεύεται γραπτά πλάνα αντιμετώπισης άσθματος για να ρυθμίζει και ο ίδιος την αγωγή του, ανάλογα με τα συμπτώματα που αισθάνεται.
Σε πολλούς ωστόσο ασθενείς ο πλήρης έλεγχος δεν επιτυγχάνεται παρά την εντατική αγωγή με εισπνεόμενα φάρμακα και για το λόγο αυτό απαιτείται επιπλέον θεραπεία. Η ανάγκη για καλύτερη αντιμετώπιση αυτών των ασθενών, των οποίων το άσθμα χαρακτηρίζεται ως σοβαρό, οδήγησε την ιατρική έρευνα στην ανάπτυξη ειδικών θεραπειών που ονομάζονται βιολογικές θεραπείες.
Πρόκειται για ενέσιμες θεραπείες που χορηγούνται ανά μήνα ή δίμηνο, στοχεύουν σε ειδικά μόρια που συμμετέχουν στον καταρράκτη της φλεγμονής και οι οποίες στους κατάλληλους ασθενείς έχουν εξαιρετική αποτελεσματικότητα τόσο όσο αφορά στη μείωση των συμπτωμάτων, όσο και στη μείωση των παροξύνσεων.
Εξαιτίας ωστόσο του ότι όπως προαναφέραμε πρόκειται για ειδικές θεραπείες, η επιλογή των ασθενών θα πρέπει να γίνεται πολύ προσεκτικά λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά τους αλλά και τον τύπο της φλεγμονής των αεραγωγών ώστε να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.
Οι βιολογικές θεραπείες που υπάρχουν σήμερα διαθέσιμες ποικίλουν, και έχουν φέρει πραγματικά επανάσταση στην αντιμετώπιση ασθενών με σοβαρό άσθμα που μέχρι πριν κάποια χρόνια είχαν κακό έλεγχο της νόσου και αντιμετώπισαν σημαντικά προβλήματα στην καθημερινότητά τους.
Ανάλογα λοιπόν με τις ανάγκες του ασθενούς και με τη βαρύτητα της νόσου, ο πνευμονολόγος διαθέτει πολλά όπλα στη φαρέτρα του προκειμένου να βοηθήσει τον ασθενή να πετύχει τον πλήρη έλεγχο του άσθματος και να οδηγηθεί σε μια φυσιολογική καθημερινότητα. Το άσθμα στις μέρες μας κατά κανόνα δεν πρέπει να αποτελεί κατάσταση που να περιορίζει τον ασθενή από τις δραστηριότητες του, όποιες κι αν είναι αυτές, καθημερινές, επαγγελματικές ή ακόμη και αθλητικές μια που για την πλειοψηφία των ασθενών οι θεραπευτικές επιλογές είναι πολλές και μπορούν να πετύχουν τον πλήρη έλεγχο.
Αυτό που οι ασθενείς ωστόσο θα πρέπει να έχουν στο μυαλό τους είναι ότι από οποιασδήποτε βαρύτητας άσθμα και αν πάσχουν, πρόκειται για μια χρόνια νόσο που απαιτεί και χρόνια παρακολούθηση και θεραπευτική αντιμετώπιση. Ακόμη και ασθενείς με ήπιο άσθμα που λαμβάνουν αγωγή μόνο σε ώρα ανάγκης, δεν αποκλείεται να εμφανίσουν σοβαρότερα συμπτώματα που να απαιτούν κλιμάκωση της θεραπείας ή ακόμη και σοβαρές παροξύνσεις. Επομένως, καθίσταται σαφές ότι ο ασθενής θα πρέπει να εκπαιδεύεται για την αναγνώριση των συμπτωμάτων που υποδηλώνουν απώλεια του ελέγχου, αλλά και για τον τρόπο που θα πρέπει να αντιδρά στις περιπτώσεις αυτές αυξάνοντας τη θεραπεία του μέχρι να λάβει την απαιτούμενη ιατρική βοήθεια.
Συνοψίζοντας, αυτό που πρέπει να κρατήσει κανείς στο μυαλό του είναι ότι το άσθμα είναι χρόνια νόσος και για το λόγο αυτό απαιτεί χρόνια θεραπεία και τακτική πνευμονολογική παρακολούθηση αλλά παρόλα αυτά είναι μια νόσος που με τις σύγχρονες δυνατότητες της πνευμονολογίας μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά και να ελεγχθεί πλήρως, ώστε να μην προκαλεί οποιονδήποτε περιορισμό στην καθημερινότητα των ασθματικών ασθενών και καμία αδυναμία πραγματοποίησης των δραστηριοτήτων τους.
