Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα, καθώς οι προσπάθειες περιορισμού του πληθωρισμού μέσω αυξήσεων επιτοκίων ενδέχεται να οδηγήσουν την εύθραυστη οικονομία της Ευρωζώνης σε ύφεση. Ωστόσο, οι χρηματοπιστωτικές αγορές και οι τράπεζες φαίνεται πως ήδη συμβάλλουν στην επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, περιορίζοντας ενδεχομένως την ανάγκη για επιθετικές παρεμβάσεις από την κεντρική τράπεζα.
Σύμφωνα με τον οικονομολόγο της Goldman Sachs, Αλεξάντρ Στοτ, η μετάδοση μιας πιο αυστηρής νομισματικής πολιτικής έχει ήδη ξεκινήσει, καθώς οι προσδοκίες για μελλοντικές αυξήσεις επιτοκίων έχουν οδηγήσει σε αυστηρότερους όρους χρηματοδότησης και δανεισμού.
Όπως επισημαίνει, τα τραπεζικά κριτήρια χορήγησης δανείων στην Ευρωζώνη — όπου τα δάνεια καλύπτουν πάνω από το ήμισυ της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων — έχουν ήδη γίνει πιο αυστηρά και αναμένεται να σφίξουν περαιτέρω. Το βασικό ερώτημα για την ΕΚΤ είναι πόσο μεγάλη είναι ήδη η επίδραση αυτής της σύσφιξης στην πραγματική οικονομία.
Οι αγορές προεξοφλούν με πιθανότητα περίπου 91% αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου, ενώ δίνουν 50% πιθανότητα για ακόμη μία αύξηση τον Σεπτέμβριο. Οι προσδοκίες αυτές ενισχύθηκαν μετά την άνοδο του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη στο 3% τον Απρίλιο, υπό την επίδραση των αναταράξεων στις ενεργειακές αγορές λόγω του πολέμου με το Ιράν.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, και άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν επαναλάβει ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται με βάση τα οικονομικά δεδομένα κάθε συνεδρίασης.
Την ίδια ώρα, οι οικονομολόγοι εμφανίζονται διχασμένοι. Ορισμένοι θεωρούν ότι η ασθενική ανάπτυξη της Ευρωζώνης — μόλις 0,1% το πρώτο τρίμηνο — δεν δικαιολογεί νέες αυξήσεις επιτοκίων. Άλλοι υποστηρίζουν ότι η ΕΚΤ οφείλει να δράσει ώστε να διατηρήσει την αξιοπιστία της και να αποτρέψει την παγίωση των πληθωριστικών προσδοκιών.
Όπως επισημαίνουν αναλυτές, η κεντρική τράπεζα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στους κινδύνους για την ανάπτυξη και στην ανάγκη διασφάλισης της σταθερότητας των τιμών σε ένα ιδιαίτερα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.
