Μ. Μαθιουλάκης: Πώς το σχήμα 3+1 ανατρέπει τις ισορροπίες στην Αν. Μεσόγειο

Μ. Μαθιουλάκης: Πώς το σχήμα 3+1 ανατρέπει τις ισορροπίες στην Αν. Μεσόγειο

Το νέο κεφάλαιο που ανοίγεται στην ενεργειακή αρχιτεκτονική της Αν. Μεσογείου μέσα από την ίδρυση του Κέντρου Ενέργειας (EMEC) και την αναβάθμιση του σχήματος συνεργασίας 3+1 μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και ΗΠΑ, αναλύει σε συνέντευξή του στο Liberal o Μιχάλης Μαθιουλάκης, αναλυτής Ενεργειακής Στρατηγικής, Ακαδημαϊκός Διευθυντής του Greek Energy Forum και επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ. 

Ο ίδιος εξηγεί πώς αναβαθμίζεται γεωστρατηγικά ο ρόλος της Ελλάδας, πώς επηρεάζονται οι ενεργειακοί σχεδιασμοί στην Αν. Μεσόγειο και ποια είναι η θέση της Τουρκίας στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται.

Όπως επισημαίνει, η κύρια στόχευση των ΗΠΑ στην περιοχή συνδέεται περισσότερο με την ανάσχεση της ρωσικής και κινεζικής επιρροής στην Ευρώπη, ενώ εκτιμά ότι η Τουρκία βρίσκεται στο περιθώριο των εξελίξεων επειδή δεν διαθέτει σήμερα τα ενεργειακά εργαλεία που θα της επέτρεπαν να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή.  

Συνέντευξη στη Μαργαρίτα Ασημακοπούλου

Κ. Μαθιουλάκη, τι αλλάζει στην πράξη με την ίδρυση του Κέντρου Ενέργειας Ανατολικής Μεσογείου (EMEC) και το σχήμα 3+1;

Με την υπογραφή για την ίδρυση του EMEC έρχεται να γίνει πιο ουσιαστική και πιο οργανωμένη η συνεργασία του σχήματος 3+1 και να δρομολογηθούν τα βήματα της σύμπραξης αυτής σε πιο σταθερές βάσεις. Μέχρι σήμερα το 3+1 λειτουργούσε κυρίως ως ένα σχήμα συνεννόησης. Τώρα φαίνεται να υπάρχει η διάθεση να δημιουργηθούν δομές που θα υποστηρίξουν τις δράσεις που πρέπει να γίνουν τα επόμενα χρόνια.

Αντικειμενικός σκοπός θεωρώ ότι είναι να ισχυροποιηθεί η περιοχή ως σημείο εισόδου ενεργειακών ροών από τις ΗΠΑ και ταυτόχρονα να δημιουργηθεί μια πιο ισχυρή σύνδεση, μέσω της Ελλάδας, μεταξύ της Ανατολικής Μεσογείου των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Στην πράξη εκτιμώ ότι πρόκειται για μια προσπάθεια διεύρυνσης όσων είχε ξεκινήσει το East Mediterranean Gas Forum (EMGF), έτσι ώστε να μην αφορά μόνο το φυσικό αέριο αλλά και τον ηλεκτρισμό και τις ενεργειακές διασυνδέσεις, ενώ παράλληλα να συνδεθεί με τις αντίστοιχες πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται στα Βαλκάνια και την Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Πόσο αναβαθμίζεται ο ρόλος της Ελλάδας μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο;

Η Ελλάδα σαφώς αναβαθμίζεται από αυτές τις εξελίξεις, Και αυτό δεν είναι θέμα συγκυρίας. Η χώρα βρίσκεται στη σωστή γεωγραφική και πολιτική θέση εν μέσω  μεγάλων δομικών αλλαγών που συντελούνται παγκοσμίως στην ενέργεια.

Η πρώτη μεγάλη αλλαγή αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον ανταγωνισμό με τους άλλους μεγάλους δρώντες της περιοχής. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια οι ΗΠΑ έχουν εξελιχθεί σε σημαντικό εξαγωγέα φυσικού αερίου και πετρελαίου. Αυτό τους δίνει για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου τη δυνατότητα να περιορίσουν την ενεργειακή επιρροή που είχε η Ρωσία  στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. 

Αυτό από μόνο του είναι πάρα πολύ σημαντικό και αποτελεί τη μεγαλύτερη δομική αλλαγή στις ενεργειακές εξελίξεις των τελευταίων ετών. Από το τέλος του Ψυχού Πολέμου και μετά, οι ΗΠΑ βρέθηκαν σε μια ιδιαίτερα άβολη κατάσταση όπου όλοι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους, όλη η ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, ήταν δυνητικά υπό την επήρεια της Ρωσίας μέσω του φυσικού αερίου και των ορυκτών  πόρων που εξήγησε η Ρωσία στην Ευρώπη. Αυτή η κατάσταση αποτελούσε μία τρωτότητα για τις ΗΠΑ την οποία πλέον έχουν δυνατότητα να αναιρέσουν. 

Σε αυτό το πλαίσιο ο ρόλος της Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη σημασία γιατί οι ΗΠΑ οι οποίες μπορούν να στείλουν φυσικό αέριο στην περιοχή είτε από τα λιμάνια της Βόρειας Ευρώπης είτε από τα λιμάνια της Μεσογείου. Η χώρα όμως που είναι πιο έτοιμη για να υποδεχθεί αυτές τις ποσότητες είναι η Ελλάδα. Αυτό γίνεται για δύο λόγους. Η Ελλάδα έχει ήδη τις απαιτούμενες υποδομές εν λειτουργία καθώς διαθέτει το  τερματικό επαναεριοποίησης LNG στη Ρεβυθούσα και το FSRU της Αλεξανδρούπολης, ενώ οι ανάγκες της εγχώριας αγοράς δεν είναι τόσο μεγάλες ώστε να απορροφούν το σύνολο της δυναμικότητας αυτών των εγκαταστάσεων. Αυτό επιτρέπει στη χώρα να λειτουργήσει ως πύλη τροφοδοσίας για τη Νοτιοανατολική και την Κεντρική Ευρώπη, κάτι το οποίο δεν είναι το ίδιο εύκολο να γίνει μέσω των λιμανιών π.χ. της Γερμανίας ή της Ολλανδίας όπου οι ανάγκες τους είναι ήδη μεγάλες, οπότε οι ποσότητες που έρχονται εξυπηρετούν κυρίως τις εγχώριες αγορές. Γι' αυτό και η Ελλάδα έχει βρεθεί σε αυτή τη θετική θέση σε αυτή τη συγκυρία κάτι που έχει συνδυαστεί βεβαίως και με την προετοιμασία που έχει κάνει η χώρα τα τελευταία χρόνια. 

Η Ελλάδα έχει προετοιμαστεί τα τελευταία 6-7 χρόνια, αναβαθμίζοντας τις ενεργειακές υποδομές της και αναπτύσσοντας ένα δίκτυο και ένα θεσμικό πλαίσιο και πολιτικό περιβάλλον που της επιτρέπει να αξιοποιήσει αυτές τις εξελίξεις. Θα πρέπει να θυμίσω ότι έχουν γίνει σημαντικές κινήσεις σε πολλά επίπεδα. Η Ρεβυθούσα έχει αναβαθμίσει τη δυναμικότητά της πριν μερικά χρόνια και μπορεί να διαχειριστεί πολύ μεγαλύτερες ποσότητες, ενώ παράλληλα έχει ενισχυθεί και το δίκτυο φυσικού αερίου της χώρας αλλά και το θεσμικό πλαίσιο. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει «τοποθετηθεί» σωστά για να εκμεταλλευτεί τις δομικές αλλαγές που έχουν γίνει.

Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι η Ελλάδα είχε προετοιμαστεί εγκαίρως και στο να κάνει την απαραίτητη προεργασία ώστε να ευθυγραμμίσει τα συμφέροντά της τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με την Ευρωπαϊκή Ένωση στα ζητήματα του ηλεκτρισμού. Οι μεγάλες ηλεκτρικές διασυνδέσεις που σχεδιάζονται για να συνδέσουν την Ανατολική Μεσόγειο και ενδεχομένως ευρύτερα την Ασία με την Ευρώπη, συνδέονται με μια δεύτερη σημαντική γεωπολιτική εξέλιξη: τον ανταγωνισμό μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Η Κίνα, τα τελευταία 15 χρόνια επιδιώκει να ενισχύσει την παρουσία της στην ευρωπαϊκή αγορά, με ιδιαίτερη έμφαση στα Βαλκάνια, τα οποία αποτελούν το «μαλακό υπογάστριο» της Ευρώπης. Αυτό το έχει επιχειρήσει μέσα και από επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές, μεταξύ άλλων και στον τομέα της ενέργειας και του ηλεκτρισμού. Από την πλευρά τους, οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκουν να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο ανάσχεσης αυτής της επιρροής, ενισχύοντας εναλλακτικές ενεργειακές διαδρομές και νέες υποδομές ηλεκτρικής διασύνδεσης.

Σε αυτή τη στρατηγική, η γεωγραφική θέση της Ελλάδας αλλά και η προετοιμασία που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια προσδίδουν στη χώρα έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο. Μέσα από τις ενεργειακές υποδομές και τις διασυνδέσεις που αναπτύσσονται, η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως κρίσιμος κόμβος που συμβάλλει στον περιορισμό της κινεζικής επιρροής στην περιοχή. 

Επομένως, βλέπουμε έναν διπλό ρόλο για τη χώρα. Από τη μία πλευρά, αξιοποιεί τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην αμερικανική ενεργειακή πολιτική και στη δυνατότητα των ΗΠΑ να εξάγουν φυσικό αέριο προς την Ευρώπη, περιορίζοντας την εξάρτηση από τη Ρωσία. Από την άλλη, υποστηρίζει την ανάπτυξη νέων ηλεκτρικών διασυνδέσεων που ενισχύουν την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια και λειτουργούν ως αντίβαρο στην αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στην ευρύτερη περιοχή.

Τι μήνυμα στέλνει το EMEC και το 3+1 προς την Τουρκία; Μπορούμε να μιλήσουμε για ενεργειακή απομόνωση της Άγκυρας; Ποια η θέση της Τουρκίας στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται;

Δεν θεωρώ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες στοχεύουν τόσο στο να στείλουν κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα στην Τουρκία. Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι οι ΗΠΑ έχουν αλλάξει τη συνολική τους προσέγγιση και έχουν «κρυώσει» απέναντι στην Άγκυρα. Προφανώς η Τουρκία δεν έχει δείξει τα τελευταία χρόνια ότι αποτελεί τον πιο αξιόπιστο εταίρο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον ρόλο της Τουρκίας στο ευρύτερο πλαίσιο της περιφερειακής ασφάλειας.

Αυτό που θεωρώ ότι επιδιώκουν οι ΗΠΑ μέσω των ενεργειακών, είναι να εξισορροπήσουν τις επιλογές που διαθέτουν στην περιοχή και να μην εξαρτώνται αποκλειστικά από την Τουρκία για τα θέματα ασφάλειας τους στην περιοχή.  Νομίζω, λοιπόν, ότι το συγκεκριμένο σχήμα 3+1 αφορά περισσότερο την Ελλάδα και τους στόχους που επιδιώκουν να πετύχουν οι ΗΠΑ σε ζητήματα όπως η ανάσχεση της ρωσικής και της κινεζικής επιρροής στην Ευρώπη που προανέφερα, παρά την αποστολή κάποιου συγκεκριμένου μηνύματος προς την Τουρκία.

Όσο αφορά την ενεργειακή απομόνωση της Τουρκίας, θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι η Τουρκία έτσι κι αλλιώς δεν διαθέτει τα ενεργειακά εργαλεία που θα της επέτρεπαν να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις της περιοχής. Υπάρχει μια παρεξήγηση γύρω από το σχήμα 3+1. Συχνά ακούγεται, κυρίως από την τουρκική πλευρά, ότι η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ επιχειρούν να απομονώσουν την Τουρκία ή να την αποκλείσουν από τις ενεργειακές εξελίξεις της Ανατολικής Μεσογείου. Κατά τη γνώμη μου, αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Η Τουρκία δεν βρίσκεται εκτός των ενεργειακών εξελίξεων εξαιτίας του σχήματος 3+1, αλλά επειδή δεν διαθέτει σήμερα, όπως είπα, τα ενεργειακά εργαλεία που θα της επέτρεπαν να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή. Δεν έχει τους ενεργειακούς πόρους, δεν έχει τα ενεργειακά δίκτυα, δεν έχει το θεσμικό βάρος, και δεν έχει κοινά στρατηγικά συμφέροντα στην ενέργεια με καμία από τις χώρες της περιοχής ενώ παράλληλα έχει τεράστιες ενεργειακές ανάγκες τις οποίες αγωνίζεται ίσα – ίσα για να καλύψει. 

Χωρίς αυτά τα εργαλεία η Τουρκία δεν μπορεί να επηρεάσει καταστάσεις σε περιφερειακό επίπεδο και παράλληλα δεν είναι χρήσιμη σε κανένα όσον αφορά τα ενεργειακά, παρά μόνο για τη Ρωσία. Η γεωγραφική και πολιτική της θέση λοιπόν, υπό τις σημερινές συνθήκες, δεν προσφέρει κάποιο ιδιαίτερο στρατηγικό πλεονέκτημα ούτε στην Ευρώπη ούτε στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στην πράξη, η μοναδική ενεργειακή υποδομή με ουσιαστική σημασία που διέρχεται από το τουρκικό έδαφος είναι ο διάδρομος TANAP-TAP, μέσω του οποίου μεταφέρεται Αζέρικο φυσικό αέριο προς την Ευρώπη. Πρόκειται για μια σημαντική υποδομή, η οποία συμβάλλει στη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού της Ευρώπης η οποία είναι όμως περιορισμένης δυναμικότητας. Πέρα από αυτή την υποδομή δεν υπάρχουν άλλοι ενεργειακοί διάδρομοι που να προσδίδουν στην Τουρκία έναν καθοριστικό ρόλο στις σημερινές εξελίξεις.

Ακόμη και στον τομέα των υδρογονανθράκων η εικόνα για την Τουρκία είναι περιορισμένη. Οι ανακαλύψεις φυσικού αερίου στη Μαύρη Θάλασσα δεν είναι τέτοιου μεγέθους ώστε να αλλάξουν τα ενεργειακά δεδομένα της περιοχής, ούτε καν της ίδιας της Τουρκίας, ενώ στην Ανατολική Μεσόγειο η Άγκυρα δεν έχει καταφέρει να αναπτύξει κάποιο αντίστοιχο έργο ούτε έχει πρόσβαση σε περιοχές με υποσχόμενο δυναμικό εξορύξεων. Στις περιοχές όπου Ελλάδα και Κύπρος έχουν προχωρήσει σε αδειοδοτήσεις και παραχωρήσεις προς μεγάλες διεθνείς εταιρείες, η Άγκυρα δεν διαθέτει κανένα ρόλο ούτε και δυνατότητα να αποκτήσει πρόσβαση. Οι μεγάλες εταιρίες έχουν προχωρήσει σε συμβάσεις με την Ελλάδα γιατί έχουμε τα οικόπεδα, έχουμε τις μελέτες, έχουμε το θεσμικό πλαίσιο, έχουμε την πολιτική αξιοπιστία, έχουμε την πρόσβαση στα δίκτυα διαμετακόμισης προς Ευρώπη και έχουμε τη διεθνή νομιμότητα με το μέρος μας. Η Τουρκία δεν έχει τίποτα από αυτά να προσφέρει στις μεγάλες εταιρίες εξορύξεων γι’ αυτό και όλα αυτά τα χρόνια αυτές μένουν παγερά αδιάφορες για την Τουρκία.

Επιπλέον, ακόμη και στο σενάριο αυξημένων εισαγωγών αμερικανικού LNG μέσω Τουρκίας προς την Ευρώπη, υπάρχουν σημαντικοί περιορισμοί. Πρώτον, η ίδια η Τουρκία έχει πολύ υψηλές εγχώριες ανάγκες σε φυσικό αέριο, γεγονός που περιορίζει τη διαθέσιμη δυναμικότητα για εξαγωγές. Δεύτερον, υπάρχουν τεχνικοί περιορισμοί στα υφιστάμενα δίκτυα και στους διασυνδετήριους αγωγούς προς την Ευρώπη. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι μετά τις εξελίξεις των τελευταίων ετών και τον πόλεμο στην Ουκρανία, κάθε ποσότητα φυσικού αερίου που φτάνει στην Ευρώπη μέσω Τουρκίας θα βρίσκεται υπό αυξημένο έλεγχο από τις ευρωπαϊκές αρχές, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει άμεση ή έμμεση σύνδεση με ρωσικές ροές. Αυτό καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την ανάπτυξη μεγάλων εμπορικών ροών μέσω τουρκικού εδάφους.

Δεν είναι λοιπόν το σχήμα 3+1 που αποκόπτει την Τουρκία από τις ραγδαίες εξελίξεις στα ενεργειακά της Ανατολικής Μεσογείου αλλά είναι η ανικανότητα της Άγκυρας να δημιουργήσει ή να αποκτήσει εργαλεία (πόρους, διασυνδέσεις, συμμαχίες) που να επιβάλλουν τη συμμετοχή της στις εξελίξεις. Άσχετα με το σχήμα 3+1, η ίδια η πραγματικότητα της αγοράς και των υποδομών, δεν αφήνει ουσιαστικά περιθώρια στην Τουρκία να διαδραματίσει έναν καθοριστικό ρόλο στα ενεργειακά δρώμενα της περιοχής.

Ο λόγος που κανείς στην περιοχή δεν συνεργάζεται με την Τουρκία είναι ότι κανείς δεν έχει λόγο να το κάνει. Στα ενεργειακά η Τουρκία δεν έχει τίποτα να προσφέρει στις άλλες χώρες. Μόνο για τη Ρωσία είναι διαφορετικά τα πράγματα έναντι της Τουρκίας καθώς το Κρεμλίνο μπορεί να αξιοποιεί τις τρωτότητες της Άγκυρας για να την εργαλειοποιεί ως μοχλό πίεσης στην ΕΕ και ως Δούρειο Ίππο μέσω του αγωγού Turkish Stream κάτι που με το καλό θα αδρανοποιηθεί σύντομα μέσω της λειτουργίας του Κάθετου Διαδρόμου.

Μπορεί η εμπλοκή των ΗΠΑ και του EMEC να επιταχύνει έργα όπως ο Κάθετος Διάδρομος ή οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις (π.χ. Great Sea Interconnector);

Στην περίπτωση του Κάθετου Διαδρόμου η αμερικανική εμπλοκή βοηθά στο να προχωρήσουν πιο γρήγορα οι απαραίτητες συμφωνίες και οι εμπορικές συνεργασίες που απαιτούνται για τη λειτουργία του έργου. Ωστόσο, η πραγματική διαφορά για τον Κάθετο Διάδρομο θα προκύψει από την πλήρη εφαρμογή του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον πλήρη τερματισμό των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου έως τα μέσα του 2027. Αν αυτή η απόφαση εφαρμοστεί όπως έχει ανακοινωθεί, τότε η επιτυχία του Κάθετου Διαδρόμου είναι σχεδόν δεδομένη.

Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, υπάρξει υπαναχώρηση από τους σημερινούς ευρωπαϊκούς σχεδιασμούς και η Ευρωπαϊκή Ένωση αφήσει περιθώρια να συνεχίσει να εισέρχεται ρωσικό φυσικό αέριο στην ευρωπαϊκή αγορά ή δημιουργηθεί η αίσθηση ότι οι ρωσικές ροές μπορούν να συνεχιστούν μέσω της περιοχής μας, τότε θα μπορούσαν να προκύψουν σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία του Κάθετου Διαδρόμου. Υπό τέτοιες συνθήκες, η αγορά θα επανεξέταζε τις επιλογές της και η εμπορική βιωσιμότητα του διαδρόμου δεν θα είναι δεδομένη. Επομένως, ναι μεν η αμερικανική εμπλοκή συμβάλλει στην επιτάχυνση έργων και υποδομών που είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη του Κάθετου Διαδρόμου, όμως το κρίσιμο στοιχείο είναι η πλήρης εφαρμογή της απόφασης της ΕΕ για τον τερματισμό των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου. 

Σε ό,τι αφορά τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις και το καλώδιο Great Sea Interconnector, οι ΗΠΑ έχουν εδώ και χρόνια επιλέξει να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση σε τέτοιου είδους έργα αντί σε αγωγούς φυσικού αερίου όπως ο EastMed.  Το EMEC μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά, ωστόσο εκεί η κύρια ευθύνη παραμένει στα κράτη που συμμετέχουν στα έργα.

Τις μέρες αυτές βρίσκονταν στην Αθήνα στελέχη της Chevron σε συνέχεια των θερμών επαφών που προηγήθηκαν στην Αμερική με την ελληνική αντιπροσωπεία. Στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται, τι σηματοδοτεί η παρουσία μεγάλων αμερικανικών εταιρειών στην Ελλάδα αναφορικά με τους υδρογονάνθρακες;

Όσον αφορά τους υδρογονάνθρακες, και εδώ η συζήτηση συνδέεται με τις μεγάλες στρατηγικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα, ουσιαστικά το σύνολο των αμερικανικών εξαγωγών LNG ξεκινά από τον Κόλπο του Μεξικού. Όταν όμως όλο το εξαγωγικό δυναμικό συγκεντρώνεται σε ένα σημείο, αυτό δημιουργεί μια στρατηγική τρωτότητα για τις ΗΠΑ.

Για τον λόγο αυτό, μεγάλες εταιρείες όπως η ExxonMobil και η Chevron αναζητούν πρόσβαση σε πηγές φυσικού αερίου που βρίσκονται πιο κοντά στην ευρωπαϊκή αγορά και δεν εξαρτώνται από τις ίδιες υποδομές και τις ίδιες διαδρομές εξαγωγών που χρησιμοποιούνται σήμερα από τον Κόλπο του Μεξικού.

Υπό αυτή την έννοια, η πιθανότητα ανακάλυψης και αξιοποίησης κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην Ελλάδα ή στην Κύπρο αποκτά ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Θα μπορούσε να προσφέρει στις αμερικανικές εταιρείες μια εναλλακτική πηγή τροφοδοσίας της Ευρώπης, χωρίς τους περιορισμούς και τα πιθανά σημεία συμφόρησης που συνεπάγεται η αποκλειστική εξάρτηση από τον Κόλπο του Μεξικού. Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το έντονο ενδιαφέρον που δείχνουν σήμερα οι συγκεκριμένοι ενεργειακοί όμιλοι για την περιοχή, σε συνδυασμό βέβαια και με τη συνολική επανεξέταση της θέσης της ΕΕ έναντι του φυσικού αερίου που είναι πλέον σαφώς λιγότερο εχθρική από αυτό που ήταν προ πενταετίας. 

Σε αυτό το σημείο, όμως, δεν είναι μόνο η συγκυρία που παίζει ρόλο. Η Ελλάδα είχε κάνει και εκεί την απαραίτητη προεργασία. Υπήρχαν διαθέσιμα γεωλογικά δεδομένα και μελέτες, είχαν οριοθετηθεί τα θαλάσσια οικόπεδα και υπήρχε ένα σαφές θεσμικό και αδειοδοτικό πλαίσιο. Έτσι, οι εταιρείες γνωρίζουν ακριβώς το περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούνται να επενδύσουν. Ο συνδυασμός αυτών των δύο παραγόντων –της διεθνούς συγκυρίας και της προετοιμασίας που έχει γίνει στην Ελλάδα– είναι αυτός που επανέφερε με τόσο έντονο τρόπο το ενδιαφέρον των αμερικανικών ενεργειακών εταιρειών για τη χώρα μας και την ευρύτερη περιοχή.