Η αποσταθεροποίηση ως όπλο των ξένων δυνάμεων

Η λέξη «αποσταθεροποίηση» ακούγεται συχνά σαν υπερβολή. Σαν όρος που ανήκει σε σκοτεινά μυθιστορήματα και όχι στη σοβαρή πολιτική ανάλυση. Αυτό είναι λάθος. Η αποσταθεροποίηση είναι πραγματική μέθοδος άσκησης ισχύος. Δεν απαιτεί στρατό στα σύνορα, ούτε επίσημη κήρυξη πολέμου. Αρκεί να διαβρώσει την εμπιστοσύνη μιας κοινωνίας στον εαυτό της. Αυτό ακριβώς επιδιώκουν ξένες δυνάμεις όταν θέλουν να λυγίσουν μια Δημοκρατία χωρίς να ρίξουν ούτε μία σφαίρα.

Η μέθοδος είναι απλή στη σύλληψη και πολύπλοκη στην εκτέλεση. Ψευδείς ειδήσεις, οργανωμένη προπαγάνδα, κυβερνοεπιθέσεις, χρηματοδότηση ακραίων φωνών, παρεμβάσεις σε κρίσιμες υποδομές, πίεση μέσω ενέργειας, εμπορίου ή μεταναστευτικών ροών. Όλα αυτά δεν έχουν πάντα σκοπό να πείσουν τον πολίτη να αγαπήσει μια ξένη χώρα. Συχνά έχουν κάτι πιο φιλόδοξο και πιο δηλητηριώδες. Να τον κάνουν να μισήσει τη δική του. Να πάψει να πιστεύει στους θεσμούς, στις εκλογές, στη Δικαιοσύνη, στην ελευθεροτυπία, στην ίδια τη δυνατότητα της αλήθειας να ξεχωρίσει από το ψέμα.

Αυτό είναι το κέντρο της υπόθεσης. Η αποσταθεροποίηση δεν επιδιώκει πρώτα να αλλάξει κυβέρνηση. Επιδιώκει να σαπίσει το έδαφος πάνω στο οποίο στέκεται κάθε κυβέρνηση. Να διαβρώσει την εμπιστοσύνη που κρατά μια ελεύθερη κοινωνία όρθια. Ο πολίτης δεν χρειάζεται να γίνει πράκτορας ξένων συμφερόντων. Αρκεί να γίνει κυνικός. Να πιστέψει ότι όλοι είναι ίδιοι, όλα είναι στημένα και τίποτε δεν αξίζει υπεράσπιση. Εκεί κερδίζει ο αποσταθεροποιητής.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ελληνική διάσταση του προβλήματος. Παρατηρείται μια αυξανόμενη τοξικότητα στο πολιτικό κλίμα της χώρας. Ο δημόσιος λόγος αγριεύει. Η καχυποψία γίνεται ένστικτο. Η πολιτική διαφωνία μετατρέπεται όλο και πιο εύκολα σε ηθική εξόντωση του αντιπάλου. Κάθε πλευρά φλερτάρει με τον πειρασμό να θεωρεί ότι η καταστροφή του άλλου είναι πιο σημαντική από τη σταθερότητα της χώρας. Αυτό είναι έδαφος ιδανικό για όποιον θέλει να σπρώξει την Ελλάδα σε διολίσθηση.

Οι ελεύθερες κοινωνίες είναι ευάλωτες ακριβώς επειδή είναι ελεύθερες. Έχουν ανοιχτό δημόσιο διάλογο, εναλλαγή εξουσίας, πολιτική σύγκρουση, ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, ελευθερία έκφρασης. Αυτά είναι γνωρίσματα πολιτισμού. Είναι όμως και πεδία που μπορεί να εκμεταλλευτεί ένας εχθρός. Ένα αυταρχικό καθεστώς δεν έχει ανάγκη να μιμηθεί τη δημοκρατία. Προτιμά να εκμεταλλευτεί τις αδυναμίες της. Να μετατρέψει την ελευθερία λόγου σε βούρκο ψεύδους. Να μετατρέψει τη διαφωνία σε μόνιμο εμφύλιο νεύρων. Να χρησιμοποιήσει την ανοιχτότητα της κοινωνίας ως πύλη εισόδου για την τοξικότητα.

Η Ελλάδα, μάλιστα, είναι χώρα με πολλά να χάσει, λίγα μέσα να αμυνθεί και πολλούς που θα ήθελαν να τη δουν να διολισθαίνει. Δεν διαθέτει την πολυτέλεια της αφέλειας. Δεν είναι μια γιγαντιαία δύναμη που μπορεί να απορροφά ατιμώρητα συνεχείς κραδασμούς. Είναι μια χώρα με ανοιχτά γεωπολιτικά μέτωπα, με εύθραυστη κοινωνική ισορροπία και με οικονομική μνήμη ακόμη νωπή από την κρίση. Οφείλουμε λοιπόν να είμαστε σοβαροί.

Αυτό δεν σημαίνει λογοκρισία, ούτε υστερία, ούτε ότι κάθε αντίθετη άποψη είναι ύποπτη. Μια φιλελεύθερη δημοκρατία δεν σώζεται με μαύρες λίστες και κρατική παράνοια. Έτσι αυτοκτονεί. Το αντίδοτο δεν είναι λιγότερη ελευθερία. Είναι περισσότερο κράτος δικαίου, διαφάνεια, προστασία των υποδομών, σοβαρή δημοσιογραφία και πολιτική παιδεία.

Το τελευταίο καθήκον λοιπόν δεν ανήκει μόνο στις κυβερνήσεις και στις υπηρεσίες ασφαλείας. Ανήκει και σε κάθε πολιτικό, σε κάθε επιχειρηματία, σε κάθε δημοσιογράφο, σε κάθε συνδικαλιστή, σε κάθε άνθρωπο που επηρεάζει το δημόσιο κλίμα. Όσοι δεν συμμετέχουν συνειδητά σε μια προσπάθεια αποσταθεροποίησης οφείλουν να θέτουν στον εαυτό τους ένα απλό ερώτημα. Αυτό που λέω ή αυτό που κάνω ενισχύει, έστω άθελά μου, εκείνους που θέλουν να αποδυναμώσουν τη χώρα; Αν η απάντηση είναι ναι, τότε πρέπει να αλλάξουν τόνο, μήνυμα ή προτεραιότητες.

Ας μην έχουμε αυταπάτες. Κάθε δεδομένη στιγμή υπάρχουν στην Ελλάδα δυνάμεις που εργάζονται συστηματικά για την αποσταθεροποίηση. Το τελευταίο που χρειάζεται είναι να κάνουμε εμείς τη δουλειά τους από εμπάθεια προς τους εγχώριους πολιτικούς μας αντιπάλους. Μια σοβαρή Δημοκρατία συγκρούεται σκληρά, αλλά δεν αυτοϋπονομεύεται.