Το 1869, σε μια μικρή πόλη της επαρχίας Γκουτζαράτ στην δυτική Ινδία, το Πορμπαντάρ, γεννήθηκε ένα αγόρι. Ποιος να το ήξερε ότι αυτό το αγόρι θα γινόταν ο απελευθερωτής της χώρας του… Μιας αχανούς χώρας, η οποία είχε προσπαθήσει στο παρελθόν να ανεξαρτητοποιηθεί. Χωρίς αποτέλεσμα.
Αυτό το αγόρι, ήταν ο Mohandas Karamchad Gandhi (Μοχάντας Καραμτσάντ Γκάντι). Ήταν μέλος σχετικά μεγάλης οικογένειας. Όταν ήταν μαθητής, έφηβος ακόμα, παρουσίαζε κάποια «επαναστατικά» χαρακτηριστικά. Ήταν άτακτος, είχε κλέψει μια δυο φορές και κάπνιζε. Παντρεύτηκε σε ηλικία 13 ετών.
Ο πατέρας του έγινε κάποια στιγμή ανώτατος διοικητικός και πολιτικός αξιωματούχος της πόλης. Η μητέρα του ήταν πιστή στην οικογένειά τους και την θρησκεία της περιοχής τους. Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο επαναστατικός του χαρακτήρας, η εμπλοκή του πατέρα του έως ένα σημείο στην πολιτική και η θρησκευτική πίστη της μητέρας του, δημιούργησαν τον άνθρωπο που οδήγησε την Ινδία προς την απελευθέρωση.
Από νωρίς, ο Γκάντι σκεφτόταν το μέλλον του. Ως παντρεμένος από τα 13, θα έκανε την δική του οικογένεια και μετά το σχολείο θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να βιοποριστεί. Προσπάθησε να σπουδάσει στην Ινδία, αλλά τα παράτησε. Τελικά, μπήκε σε ένα πλοίο και πήγε στο Λονδίνο να σπουδάσει Νομική.
Μετά τα αρκετά δύσκολα χρόνια σπουδών και ταυτόχρονης προσαρμογής του εκεί, Ο Γκάντι πήρε το πτυχίο του και γύρισε στην Ινδία ως νέος δικηγόρος. Οι προσπάθειές του, όμως, να δραστηριοποιηθεί ως τέτοιος, απέτυχαν σε γενικές γραμμές. Όταν ήρθε η ώρα να υπερασπιστεί έναν πελάτη του στο δικαστήριο, έχασε την μηλιά του. Και αποχώρησε από το δικαστήριο.
Κομβικό σημείο της ζωής του, ήταν η πρόταση να εκπροσωπήσει ως δικηγόρος μια εταιρεία στην βρετανική αποικία του Νατάλ, στην Νότια Αφρική. Το 1893, ο 24 ετών Γκάντι, έφτασε στην Νότια Αφρική. Εκεί, συνέβη το γεγονός που τον άλλαξε και ίσως στάθηκε η αφορμή για την μετέπειτα εξέλιξη της ζωής του.
Στο Νατάλ, υπήρχαν πάρα πολλοί Ινδοί, οι οποίοι είχαν μεταβεί εκεί ως εργάτες. Ο φυλετικός διαχωρισμός που επικρατούσε ανάμεσα σε Βρετανούς, Ινδούς και ντόπιους, σόκαρε τον Γκάντι. Κάποια στιγμή, όταν ταξίδευε με τρένο, η παρουσία του ενόχλησε έναν από τους επιβάτες.
Παρά το γεγονός ότι είχε αγοράσει και δείξει το εισιτήριο πρώτης θέσης, ζητήθηκε να κατεβεί από το τρένο. Αφού αρνήθηκε, οι υπεύθυνοι του συρμού τον πέταξαν με το ζόρι έξω από το βαγόνι σε έναν άσχετο σταθμό και τον άφησαν εκεί. Αυτό το γεγονός, ήταν που ξύπνησε και πάλι μέσα του το επαναστατικό του πνεύμα. Με βάση, όμως, τις αξίες τις οποίες είχε αποκτήσει στην πορεία.
Παρά το ότι οι γονείς του είχαν πεθάνει όταν τελείωσε τις σπουδές του, φαίνεται ότι ακολούθησε τα διδάγματά τους. Εκεί, στην Νότια Αφρική, μετά από το συμβάν στο τρένο, αποφάσισε να μείνει και να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των συμπατριωτών του. Με έναν δικό του, καινούργιο και πρωτοπόρο τρόπο. Την αντίσταση χωρίς την άσκηση βίας. Κάτι που ο ίδιος ονόμασε «Satyagraha» («Σατιαγκράχα»).
Παρέμεινε στο Νατάλ για 20 περίπου χρόνια, υπερασπιζόμενος τους Ινδούς κατοίκους, προσπαθώντας και εν μέρει καταφέρνοντας να επιβληθεί μια κάποια δικαιοσύνη.
Το 1915, αυτός, η γυναίκα του και τα τέσσερα παιδιά τους, γύρισαν στην Ινδία. Εκεί, ξεκινώντας από την πόλη τους, άρχισε να διδάσκει την νέα του φιλοσοφία. Έκανε πολλά ταξίδια σε όλη την χώρα. Συγκέντρωνε πληροφορίες για την κατάσταση σε κάθε περιοχή και άρχισε να αποκτά όλο και περισσότερους οπαδούς.
Την αντίσταση ενάντια στην βρετανική κυριαρχία της είχαν αρχίσει κι άλλοι, πριν από εκείνον. Ο Γκάντι, όμως, ήταν ο πρώτος που εγκαινίασε ένα αντιστασιακό κίνημα που στηριζόταν στην αποφυγή της βίας. Στην απαίτηση της απελευθέρωσης, χωρίς κατά μέτωπο επίθεση ή πόλεμο.
Διοργάνωσε αμέτρητες διαδηλώσεις για τις βιαιότητες των Βρετανών, οι οποίες οδηγούσαν σε λουτρά αίματος εις βάρος των διαδηλωτών. Το 1920, είχε αποκτήσει τόσους οπαδούς, που η δράση του τρόμαζε πλέον τους αποικιοκράτες. Ινδοί κρατικοί υπάλληλοι παραιτούνταν από τις θέσεις τους, πολίτες αρνούνταν να συμμετάσχουν σε κρατικούς οργανισμούς και τα κρατικά σχολεία έπαυαν να λειτουργούν, επειδή τα παιδιά δεν παρουσιάζονταν στα μαθήματα.
Το 1930, διοργάνωσε την λεγόμενη «Πορεία του Αλατιού». Μια ειρηνική μαζική λαϊκή πορεία, μια πράξη πολιτικής ανυπακοής ενάντια στον νόμο που απαγόρευε ρητά στους Ινδούς να συλλέγουν, να παράγουν ή να πουλάνε αλάτι μόνοι τους, ακόμη και αν ζούσαν ακριβώς δίπλα στη θάλασσα. Ανάγκαζε τους πολίτες να αγοράζουν το αλάτι αποκλειστικά από βρετανικά αποθετήρια, πληρώνοντας έναν εξαιρετικά υψηλό φόρο κατανάλωσης.
Διανύοντας μια απόσταση 390 χιλιομέτρων, ο Γκάντι έφτασε στην ακτή της Αραβικής Θάλασσας, όπου μαζί με χιλιάδες υποστηρικτές που είχαν συγκεντρωθεί εκεί, μάζεψαν συμβολικά αλάτι παραβιάζοντας τον βρετανικό νόμο. 60.000 από αυτούς συλλήφθηκαν από τους Βρετανούς, συν ο ίδιος ο Γκάντι ο οποίος έμεινε μέσα για έναν χρόνο.
Όταν βγήκε, συνέχισε τις πιέσεις. Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο κόσμος του είχε απονείμει τον τίτλο «Mahatma» («Μαχάτμα»), ο οποίος στα σανσκριτικά (αρχαία ινδική γλώσσα) σημαίνει «Μεγάλη Ψυχή». Χάρη στο κίνημά του, το 1947 η Ινδία απέκτησε την ανεξαρτησία της. Ο Γκάντι, όμως, δεν πρόλαβε να δει τους καρπούς των κόπων του. Λίγους μήνες αργότερα δολοφονήθηκε από έναν Ινδό εξτρεμιστή. Πάνω από 1.5 εκατομμύριο κόσμος παρευρέθηκε στην κηδεία του. Μέχρι σήμερα, αναφέρεται ως «Πατέρας της Ινδίας» και ειρηνικός επαναστάτης.
Βιβλιογραφία:
