Η  «Ωδή σε μια ελληνική υδρία» ενέπνευσε το φόρεμα της Πηνελόπης, Αν Χάθαγουεϊ 

Η  «Ωδή σε μια ελληνική υδρία» ενέπνευσε το φόρεμα της Πηνελόπης, Αν Χάθαγουεϊ 

Αν η Ομηρική Πηνελόπη βρισκόταν στο φετινό Μet Gala, τι φόρεμα θα φορούσε; Αυτό ακριβώς που φόρεσε η Αν Χάθαγουεϊ, η οποία κρατά τον ρόλο της πιστής και καρτερικής συζύγου του Οδυσσέα στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν. Έμπνευση για το φόρεμα αποτέλεσε ένα από τα πιο διάσημα ποιήματα του Άγγλου ποιητή Τζον Κιτς, το περίφημο «Ωδή σε μια ελληνική υδρία».

Η α λα αρχαιοελληνικά βραδινή δημιουργία του Οίκου Μάικλ Κορς, ήταν custom made σε συνεργασία με τον σημαντικό Αμερικανό καλλιτέχνη Πίτερ ΜακΚαφ. Κι αυτή ακριβώς η παρουσία της «Πηνελόπης» στο κόκκινο χαλί συνέπεσε με την παρουσίαση της καλοκαιρινής κολεξιόν στις  αλυσίδες ετοίμων ενδυμάτων κι έτσι πλημμύρισε η υφήλιος με συνολάκια Grecian chic.  

Στο περίφημο ποίημα του 1819, ο Κιτς στοχάζεται πάνω στη σχέση ανάμεσα στην τέχνη, την ομορφιά και την αλήθεια, χρησιμοποιώντας την ελληνική υδρία ως συμβολικό μοτίβο. «Γλυκές οι μελωδίες που ακούμε, όμως αυτές οπού δεν ακουστήκαν, πιο γλυκές».

Η Αν Χάθαγουέϊ έλαμψε με τη στράπλες, κομψότατη δημιουργία από πολυτελές ύφασμα μικάδο. Ο ΜακΚαφ ζωγράφισε στο φόρεμα ασπρόμαυρες σκηνές που παραπέμπουν σε αρχαία αγγεία (παρόμοια με εκείνα που εκτίθενται στη συλλογή του Met). Κατά μήκος των περιγραμμάτων διακρίνονται μοτίβα με περιστέρια και φυτικά διακοσμητικά στοιχεία, ενώ στο πίσω μέρος της ουράς απεικονίζεται η θεά της ειρήνης. 

Φέτος βλέπουμε παντού ρούχα prêt-à-porter που μυρίζουν Ελλάδα. Άσπρο και γαλάζιο κυριαρχούν στη χρωματική παλέτα. Ρούχα για την Ιθάκη, την Κεφαλλονιά, τη Μύκονο, τη Σαντορίνη, την Αμοργό,  κάθε νησί.  Στα έτοιμα ενδύματα κυριαρχεί το βαθύ μπλε με λευκά σχέδια, που θυμίζουν αμφορείς και υδρίες ενώ δεν λείπουν και οι μαίανδροι. Βαθύ μπλε, λευκό, πολύ φως. Σαν το καυτό, πανέμορφο ελληνικό καλοκαίρι να επιβεβαιώνει τον στίχο του Τζον Κιτς: ««Η ομορφιά είν’ αλήθεια, η αλήθεια είν’ ομορφιά».

«Ωδή σε μια ελληνική υδρία»

Ποίημα του Τζoν Κιτς (1795-1821), Άγγλου λυρικού ποιητή της δεύτερης γενιάς των Ρομαντικών μαζί με τον Πέρσι Σέλλεϋ και τον Λόρδο Μπάιρον. 

Ω νύμφη, ακόμη ανέγγιχτη της ησυχίας! και θρέμμα του καιρού που αργοκυλά και της σιωπής, συ που μια λουλουδένιαν ιστορία απ’ τους δικούς μας στίχους πιο γλυκά την τραγουδείς! Ποιος με τη φουντωτή του φυλλωσιά σε ζώνει θρύλος; Θεοί είναι αυτοί, θνητοί, για και τα δυο; Στης Αρκαδίας μην είναι τα φαράγγια, ή μη στα Τέμπη; Ποιοι να ναι; ποιες παρθένες αντιστέκονται; και ποιο κυνήγημα τρελλό; Τί πάλαιμα για να ξεφύγουν; Τί τύμπανα κι’ αυλοί; Και τί έκσταση άγρια είναι τούτη;

Γλυκές οι μελωδίες που ακούμε, όμως αυτές οπού δεν ακουστήκαν, πιο γλυκές. Αυλοί απαλοί, παίζετε, αλλά για τις αισθήσεις όχι. Με στροφές που αχούν στο νου μας μοναχά, πολύ πιο αγαπητές.Έφηβε ωραίε! Που το τραγούδι δε μπορείς ν’ αφήσεις κάτω απ’ τα δέντρα, ουδέ κι’ αυτά τα φύλλα τους να χάσουν, ποτέ φιλιά δε θα χαρείς, απότολμε εραστή! Αν και σιμά φτασμένος στο σκοπό σου, δε θ’ αγγίξεις την ευτυχία· μα μη λυπάσαι, δε θα μαραθεί ποτέ! και πάντα θα την αγαπάς και θάναι ωραία.

Ω σεις, που δε θα χάσετε, καλότυχοι θαλλοί, τα φύλλα, ούτε την άνοιξη θ’ αφήσετε ποτέ! Και που χωρίς αποσταμό, τραγουδιστή, θ’ αυλείς, και το τραγούδι σου αγέραστο θα μένει. Ακόμα εσύ πιο ευτυχισμένη αγάπη, ευτυχισμένη! Πάντα θερμή κι’ άξια χαρές ατέλειωτες να δίνεις, πάντα τρεμάμενη κι αιώνια, δυνατή και νια, απάνω από τ’ ανθρώπινο το πάθος θρονιασμένη που αφήνει ξέχειλη από θλίψη την καρδιά, κι αποσταμένη, μέτωπο καφτό, γλώσσα στεγνή!

Ποιοι να ναι που έρχονται για τη θυσία; σε ποιο βωμό χλωρό οδηγείς, μυστηριακέ ιερέα, το δαμάλι που μουγγανίζει ανήσυχα κατά τον ουρανό κι’ άνθια στολίζουνε τα μεταξένια του πλευρά; Ποια μικρή πόλη, σε γιαλό κοντά, είτε σε βουνό σκαρφαλωμένη, με το κάστρο της το ειρηνικό, άδεια απ’ ανθρώπους έμεινε τούτο το ευλαβικό πρωί; Πόλη μικρή, θα μείνουνε παντοτεινά οι δρόμοι σου βουβοί, κι’ ουδέ ψυχή ξανά θα στρέψει, το γιατί ερημώθηκες να πει.

Γραμμή αττική! γύροι λαμπροί οπού νησί και κόρες σαν πλοκαμοί, στο μάρμαρο εργασμένοι τεχνικά, σας τριγυρνούν, με πατημένα χόρτα και κλαδιά, το στοχασμό μας ξεπερνά η σιωπηλή σου γλώσσα, καθώς η αιωνιότητα. Ψυχρή γραφή βουκολική! Τα χιόνια τούτη τη γενιά σα σβύσουν, εσύ θε να σταθείς του ανθρώπου φίλη αληθινή, μέσ’ στις μελλούμενες τις λύπες να του λες: «Η ομορφιά είν’ αλήθεια, η αλήθεια είν’ ομορφιά». Νά τί ’ναι που έμαθες στον κόσμο, τί χρωστάς να ξέρεις!

μτφρ. Ελπίδα Γκίνη

 Παγκόσμιος ανθολογία ποιήσεως, επιμ. Ρίτα Μπούμη-Παπά & Νίκος Παπάς, τόμ. Β΄, Εκδ. οίκος Γεωργίου Παπαδημητρίου, Αθήναι 1953, σ. 282-284.