Αυτό είναι άλλο ένα κεκτημένο της Μεταπολίτευσης. Όταν κατηγορούνται στελέχη της Νέας Δημοκρατίας είναι εκ προοιμίου ένοχοι και ακολουθούν οι προσβλητικοί χαρακτηρισμοί. Ακρίδες, τρωκτικά, μέχρι και δολοφόνους αποκάλεσαν υπουργούς της παρούσας κυβέρνησης. Κρέμασαν στα μανταλάκια βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος, αποφάνθηκαν για την ενοχή τους, στηριγμένοι σε ένα εμφανώς κατασκευασμένο κατηγορητήριο από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η δουλίτσα να γίνεται.
Ποιοι έχουν ακυρώσει το τεκμήριο της αθωότητας για τους Νεοδημοκράτες; Συνταγματολόγοι και συνταγματολογούντες, δικηγόροι και δικηγορίσκοι, πολιτικοί σχολιαστές και τελικά ο κάθε πικραμένος που κάνει αντίσταση στη «χούντα Κούλη». Έχουν αφήσει στην άκρη τη νομική επιστήμη και τα όσα έμαθαν από το πρώτο έτος σπουδών για να εξυπηρετήσουν τις πολιτικές τους σκοπιμότητες. Ή να το πω διαφορετικά: ενέταξαν τις νομικές τους γνώσεις στην υπηρεσία των πολιτικών τους επιδιώξεων, αδιαφορώντας αν έτσι παραβιάζουν θεμελιώδεις αρχές του Κράτους Δικαίου. Το λες και ευτελισμό της νομικής επιστήμης.
Οι ίδιοι άνθρωποι, μόλις συλληφθεί ένας αριστερός, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή για να προβάλλουν το τεκμήριο της αθωότητάς του. Και δεν αρκούνται σε αυτό! Θεωρούν τα όσα υποστηρίζουν οι ομοϊδεάτες συνήγοροί του θέσφατο, τα αναπαράγουν και δημιουργούν ένα κλίμα συμπάθειας προς τον αδίκως διωκόμενο αγωνιστή. Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας μετατρέπεται σε απαλλαγή του κατηγορουμένου από ένα λαϊκό δικαστήριο που στήθηκε προς τούτο.
Φυσικά, η μονομερής ευαισθησία είναι υποκρισία. Όταν σύμπασα η «προοδευτική» διανόηση προκαταβολικά αθωώνει τους μεν και καταδικάζει τους δε, πιστεύει πως επιτελεί ένα ιστορικό καθήκον. Η Δεξιά και η Κεντροδεξιά εξ ορισμού φέρουν το προπατορικό αμάρτημα, ενώ η Αριστερά επειδή έχει υψηλά ιδεώδη, δικαιούται και δικαιολογείται κάπου - κάπου να ξεφεύγει. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε εγκληματίες, στη δεύτερη παραστρατημένα παιδιά.
Αυτή είναι μια πορεία που χαρακτηρίζει την ελληνική πολιτική ζωή πάνω από τέσσερις δεκαετίες. Επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ υπήρχε υψηλόβαθμο στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ που συνομιλούσε και διαπραγματευόταν με φυλακισμένους τρομοκράτες για την ικανοποίηση των αιτημάτων τους, όπως είχε καταγγείλει ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Γ. Πανούσης.
Η αρρώστια έχει διαποτίσει ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας μας, όπως φάνηκε και από τις υστερικές αντιδράσεις που προκάλεσαν οι προχθεσινές συλλήψεις. Πριν καν δουν το κατηγορητήριο αποφάνθηκαν για το αβάσιμο των όσων περιέχει. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό; Για δύο λόγους: Από κεκτημένη ταχύτητα. Όλοι αυτοί είναι εθισμένοι σε αυτόν τον τρόπο αντίδρασης κάθε φορά που συλλαμβάνεται ένας λαϊκός αγωνιστής. Παβλοφικά αντανακλαστικά. Ο δεύτερος λόγος αφορά τον φόβο τους. Τι φοβούνται; Μήπως κερδίσει μερικές δημοσκοπικές μονάδες η κυβέρνηση με αυτές τις συλλήψεις.
Συνεπώς, αυτή η πρόσκαιρη κυβερνητική επιτυχία θα πρέπει να ακυρωθεί εν τη γενέσει της. Δεν έχουν τη στοιχειώδη ευφυΐα να περιμένουν μήπως τα στοιχεία του κατηγορητηρίου είναι ανεπαρκή και καταρρεύσει η υπόθεση είτε στην προανακριτική διαδικασία είτε στις δικαστικές αίθουσες. Το άγχος και ο φανατισμός επηρεάζει την κρίση τους. Άλλωστε, αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι έχουν καταντήσει το τεκμήριο της αθωότητας ένα σουρωτήρι για να εξυπηρετεί τις πολιτικές τους στοχεύσεις.
