Εδώ και κάμποσο καιρό η κυβέρνηση βάλλεται πανταχόθεν με αιχμή τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις υποκλοπές κυρίως, αλλά και αλλά σχετικά δευτερεύοντα θέματα.
Καθόλου ασυνήθιστο, αυτή μεταξύ άλλων είναι και η δουλειά της αντιπολίτευσης, πόσο μάλλον όταν δίνονται και δικαιώματα όπως με την υπόθεση Λαζαρίδη.
Εκτός όμως από το να κάνει κριτική για τα κακώς κείμενα, η αντιπολίτευση οφείλει βεβαίως να κάνει και προτάσεις μέσα στα πλαίσια ενός αξιόπιστου προγράμματος. Και εκεί υπάρχει ομολογουμένως μια δυσκολία. Αλλά αυτή η δυσκολία δεν είναι η μόνη.
Γιατί εκτός από τον συνεχή καταγγελτικό λόγο, σοβαρή εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης δεν βλέπουμε. Απεναντίας, αυτό που βλέπουμε, τουλάχιστον από το ΠΑΣΟΚ, είναι λίγο απ’ όλα.
Αυτόνομη πορεία, πρωτιά έστω με μια ψήφο διαφορά, συμπράξεις με τα λεγόμενα «προοδευτικά κόμματα» που συμπληρώνεται μάλιστα με το φιλόδοξο και ελαφρώς αλαζονικό «αν βεβαίως αυτά αποδεχθούν το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ».
Ωραία ακούγονται όλα αυτά, αλλά αν οι άλλοι δεν αποδεχθούν το πρόγραμμα είτε εν όλω είτε εν μέρει, αυτές οι συμπράξεις πάνω σε ποια ακριβώς προγραμματική βάση θα γίνουν;
Και χώρια ότι τελευταία, αυτοί οι άλλοι δεν δείχνουν καμμιά πρεμούρα να συμπράξουν με το ΠΑΣΟΚ το οποίο άλλωστε κατηγορούν για «ηγεμονισμό».
Στον Σύριζα και τη ΝΕΑΡ, η πλειοψηφία περιμένει το κόμμα Τσίπρα που θα είναι ευθέως ανταγωνιστικό του ΠΑΣΟΚ. Και αυτοί της μειοψηφίας που θα παραμείνουν και στον Σύριζα και στη ΝΕΑΡ, ακούν ΠΑΣΟΚ και αλλάζουν δρόμο. Από την άλλη, ο Τσίπρας δεν επιστρέφει προφανώς στην κεντρική πολιτική για να γίνει υπασπιστής του Ανδρουλάκη.
Τα σενάρια επομένως για «προοδευτικές συμπράξεις» υπό τις συνθήκες αυτές, μάλλον δεν φαίνονται και πολύ ρεαλιστικά. Και πολύ φοβάμαι ότι έχοντας αποκλείσει και συνεργασία με τη ΝΔ, στο ΠΑΣΟΚ έπεσαν σε μια τέλεια παγίδα, μια παγίδα που έστησαν αρχικά για τους άλλους.
Αλλά αυτά έχει η πολιτική. Σκοτούρες και προβλήματα. Προβλήματα που αν και άλλης φύσεως, δεν είναι καθόλου λιγότερα και στην κυβερνητική παράταξη. Που εκτός από την κόπωση της επταετίας, έχει να διαχειριστεί και γκρίνιες πλέον βουλευτών της αλλά και μερικές φανερές δυσλειτουργίες στο εσωτερικό της.
Οι αναγκαστικές παραιτήσεις δυο υπουργών, δυο υφυπουργών, του γραμματέα του κόμματος και του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου, μαζί με τις άρσεις ασυλίας 13 βουλευτών, άφησαν βαρύ αποτύπωμα τη στιγμή που η ΝΔ έχει γίνει de facto κόμμα ανάδελφο, ξεμένοντας από δυνητικούς συμμάχους.
Επιπλέον, το κυβερνητικό κόμμα πρέπει επειγόντως ν’αλλάξει την ατζέντα και να επικαιροποιήσει και το δικό του αφήγημα. Γιατί το «επιστροφή στην κανονικότητα» και το «το είπαμε, το κάναμε», μάλλον τα ‘φαγαν τα ψωμιά τους.
Καθόλου επίσης δεν θα έβλαπτε και να ανανεώσει το πολιτικό προσωπικό του. Κάποιοι κούρασαν, αρκετοί κουράστηκαν, πολλοί θέλουν, αλλά δεν μπορούν.
Το κλίμα πάντως είναι βαρύ και τοξικό και οι ακρότητες είναι στην ημερήσια διάταξη. Μια κατάσταση που μόνο παραγωγή πολιτικής και συναινέσεις δεν ευνοεί.
Υπάρχει μια σχολή σκέψης που υποστηρίζει ότι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί και τάσσεται υπέρ των πρόωρων εκλογών.
Ταυτόχρονα όμως, η άλλη σχολή σκέψης τις ξορκίζει, ελπίζοντας να φτιάξουν τα πράγματα και να καλυτερεύσει το κλίμα.
Και στις δυο επιλογές υπάρχουν πιθανά οφέλη αλλά και ρίσκα.
Αλλά αν το δει κανείς θετικά, πολιτική χωρίς ρίσκα θα ήταν κάτι το εντελώς βαρετό.
Αρκεί φυσικά τα ρίσκα να είναι λελογισμένα. Αλλά και να δικαιώσουν στο τέλος αυτούς που αποφάσισαν να τα πάρουν.
