Πώς «διαβάζει» τις νέες δημοσκοπήσεις η κυβέρνηση
Shutterstock
Shutterstock

Πώς «διαβάζει» τις νέες δημοσκοπήσεις η κυβέρνηση

Τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων στα τέλη Απριλίου -θεωρητικά ένα χρόνο πριν τις εθνικές εκλογές- βρίσκονται στο μικροσκόπιο του Μεγάρου Μαξίμου και της Πειραιώς, με το κυβερνητικό επιτελείο να επιδίδεται πλέον στον σχεδιασμό των επόμενων κρίσιμων μηνών με τον «αστερίσκο» των απρόβλεπτων γεγονότων, που ενδεχομένως να προκύψουν από τη διεθνή αβεβαιότητα, με ευθεία αντανάκλαση στο γεωπολιτικό πεδίο και την οικονομία, αλλά και τον «αστερίσκο» εξελίξεων, που θα μπορούσαν να αλλάξουν τα δεδομένα στο εσωτερικό. 

Οι δικογραφίες που έφθασαν στη Βουλή λίγο πριν το Πάσχα, όπως και η υπόθεση Λαζαρίδη προκάλεσαν φθορά στην κυβέρνηση, ανάλογη με εκείνη του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ τον Ιούνιο ή της τραγωδίας των Τεμπών τον Φεβρουάριο του 2025. Η κυβέρνηση βλέπει απώλειες της τάξεως των 2-2,5 μονάδων, όπως και τότε, χάνοντας ουσιαστικά τον ψυχολογικό «πήχη» του 30% στην εκτίμηση αποτελέσματος. Μέσα στο 2025, η ΝΔ κατάφερε να ανακάμψει, ακόμη και να αυξήσει περαιτέρω τα δημοσκοπικά ποσοστά της. Το ερώτημα είναι αν και γιατί θα μπορούσε να επιτύχει κάτι ανάλογο και τώρα και κυρίως, αν και πώς θα μπορούσε να δημιουργήσει μια δυναμική στην τελική ευθεία της εκλογικής αναμέτρησης. 

Η τελευταία δημοσκόπηση της Metron Analysis για το Mega, αποτύπωσε την εικόνα του πολιτικού σκηνικού σήμερα, το οποίο, ωστόσο, παρά τις διαρροές για τη ΝΔ, δεν φαίνεται να αλλάξει σημαντικά. Και αυτό είναι το πρώτο στοιχείο στο οποίο «στέκεται» η ανάγνωση του Μεγάρου Μαξίμου.

Στην εκτίμηση ψήφου η ΝΔ συγκεντρώνει 28,6% από 31,1% στην προηγούμενη μέτρηση, με το ΠΑΣΟΚ να βρίσκεται στο 15% από 13,6% και τη μεταξύ τους «ψαλίδα» στις 13,6 ποσοστιαίες μονάδες. Στο κυβερνητικό επιτελείο σημειώνουν το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ ναι μεν αυξάνει δημοσκοπικά τα ποσοστά του, χωρίς να διαμορφώνει, ωστόσο, μια δυναμική ικανή να ανατρέψει το σκηνικό, όπως λένε, επισημαίνοντας ότι οι ψηφοφόροι που απομακρύνονται από τη ΝΔ φαίνεται να οδηγούνται στη «γκρίζα ζώνη», που αυξάνει στο 14,9% από 13%.

Δεύτερο σημείο που επισημαίνεται από κυβερνητικά στελέχη, είναι το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατηρεί σαφές προβάδισμα στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία, με 26%, με τη δεύτερη θέση στο 7% να καταλαμβάνεται από τον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Ανδρουλάκη να έπεται τρίτος με 6%.

Κυβερνητικά στελέχη επισημαίνουν ότι οι πολίτες στις εκλογές επιλέγουν ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα, με το ηγετικό προφίλ του Κυριάκου Μητσοτάκη να μην τίθεται υπό αμφισβήτηση. Από την άλλη πλευρά, αντιτείνουν όχι μόνο τα χαμηλά ποσοστά του Νίκου Ανδρουλάκη στην καταλληλότητα, αλλά και τα χαμηλά ποσοστά που συγκεντρώνει και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και το κόμμα του, στην αξιολόγηση των πολιτών, καθώς το 76% αξιολογεί αρνητικά τον κ. Ανδρουλάκη και το 77% συνολικά το ΠΑΣΟΚ. 

Ενόψει εξελίξεων, μάλιστα, που θα πυροδοτήσει στον χώρο της αντιπολίτευσης η ίδρυση νέων κομμάτων και ειδικά του κόμματος Τσίπρα, η κυβέρνηση σημειώνει ότι η εικόνα στην κεντροαριστερά θα αλλάξει περαιτέρω -κι αυτό να είναι το τρίτο στοιχείο της αξιολόγησης που κάνουν- με κυβερνητικά στελέχη να αναμένουν «μάχη» για τη δεύτερη θέση.

Στη σκιά αυτών των εξελίξεων, «διαβάζουν» και την πρόταση Ανδρουλάκη περί τετραήμερης εργασίας, που όπως είπε ο Παύλος Μαρινάκης «τινάζει στον αέρα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις», με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να λέει χαρακτηριστικά ότι «στη μάχη του ΠΑΣΟΚ και του Αλέξη Τσίπρα στο ποιος θα κερδίσει τη μάχη προοδευτικού χώρου, ανταγωνίζονται ποιος θα είναι ο εκφραστής της άλλοτε πάνω και κάτω πλατείας, ποιος θα γίνει πιο ευχάριστος» και δεικτικά να καταλήγει ότι «η δεκαετία του 80 και το πρόγραμμα Θεσσαλονίκης μπροστά σε αυτά που θα ακούσουμε θα μοιάζουν με μια λελογισμένη πολιτική και κοστολογημένα προγράμματα». Στον άξονα της οικονομίας, άλλωστε, το Μέγαρο Μαξίμου αναμένεται να ρίξει το βάρος το επόμενο διάστημα, με τον πρωθυπουργό να προτάσσει ως καταλυτική για τη χώρα τη μείωση του χρέους που επιτυγχάνεται, όπως και τα μέτρα, έκτακτου, αλλά και μόνιμου χαρακτήρα, ύψους 800 εκ. Ευρώ που έχουν ήδη ανακοινωθεί, με τη ΔΕΘ του Σεπτεμβρίου να προκρίνεται ως ορόσημο για τις επόμενες ανακοινώσεις και την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης.

Τέταρτο στοιχείο της δημοσκόπησης της Metron Analysis -κι ενδεχομένως το πιο σημαντικό για το Μέγαρο Μαξίμου- είναι εκείνο που αποτυπώνει ένα ποσοστό, της τάξεως του 44% του εκλογικού σώματος, να τάσσεται υπέρ μιας αυτοδύναμης κυβέρνησης, ακόμη κι αν το 53% προτιμά μια κυβέρνηση συνεργασίας. Αυτό το 44% αποτελεί, όπως λένε, «δεξαμενή» κυρίως για τη Νέα Δημοκρατία, που μαθηματικά υπολείπεται της αυτοδυναμίας σε μικρότερο ποσοστό απ’ ότι το ΠΑΣΟΚ από την πρώτη θέση, έχει ως βασικό επιχείρημα την ανάγκη αυτοδύναμων κυβερνήσεων, έχει θέσει τον στόχο αυτό και ταυτίζει ουσιαστικά την αυτοδυναμία με την πολιτική σταθερότητα στη χώρα. Αυτό, ίσως, να μετατραπεί σε «ατού» για την κυβέρνηση, αν όχι στις πρώτες, τότε στις δεύτερες κάλπες, που πολλοί θεωρούν ως το πιθανότερο σενάριο.

Στοιχείο «κλειδί» για τον Κυριάκο Μητσοτάκη θα αποτελέσει η προβολή στο μέλλον ενός κυβερνητικού σχεδίου για την Ελλάδα του 2030, που πλέον επικαλείται στις παρεμβάσεις του. Χαρακτηριστική η αναφορά του και κατά τα εγκαίνια του παραρτήματος του Πανεπιστημίου Λευκωσίας στην Αθήνα, όπου ο πρωθυπουργός, δηλώνοντας ότι η κυβέρνηση δεν έκανε πίσω «στις αγκυλώσεις της αντιπολίτευσης», υπογράμμισε τη φράση «η ματιά μας στρέφεται στο μέλλον», φέρνοντάς την σε αντιδιαστολή με τις θέσεις της αντιπολίτευσης, «δείχνοντας» ξεκάθαρα το ΠΑΣΟΚ, στο οποίο καταλόγισε «ρητορική της δεκαετίας του '80, αντί να στρέψουμε όλοι μαζί το βλέμμα στην Ελλάδα του 2030».