Υπερταμείο: Δέκα μεγάλα projects σε 18 μήνες - Πού αναζητούν «διέξοδο» οι επενδυτές
Facebook
Facebook

Υπερταμείο: Δέκα μεγάλα projects σε 18 μήνες - Πού αναζητούν «διέξοδο» οι επενδυτές

Κεφάλαια 4 τρισ. δολαρίων προς διάθεση για εξαγορές έχουν τα private equity funds διεθνώς σήμερα, ενώ περισσότερες από 32.000 επιχειρήσεις, συνολικής αξίας 3,5 τρισ. δολαρίων, οδεύουν προς πώληση, καθώς οι επενδυτές αναζητούν διέξοδο για να ρευστοποιήσουν τις συμμετοχές τους.

Την εικόνα αυτή περιέγραψε ο πρόεδρος της BC Partners για την Ευρώπη, Νίκος Σταθόπουλος, στο πλαίσιο του συνεδρίου του Growthfund, υποστηρίζοντας ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για τα private equity δεν είναι πλέον η εξεύρεση νέων επενδυτικών ευκαιριών, αλλά η επιτυχής αποεπένδυση από τις εταιρείες που έχουν αποκτήσει τα προηγούμενα χρόνια.

Ο ίδιος επισήμανε ότι η Ευρώπη έχει αποκτήσει σαφές προβάδισμα έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών ως επενδυτικός προορισμός, καθώς η πολιτική αβεβαιότητα και οι γεωπολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ έχουν στρέψει σημαντικά κεφάλαια προς την ευρωπαϊκή αγορά. Όπως είπε, η ελκυστικότητα της Ευρώπης έχει ενισχυθεί αισθητά τους τελευταίους μήνες, με ολοένα και περισσότερους επενδυτές να επανεξετάζουν τις τοποθετήσεις τους.

Αναφερόμενος στην Τεχνητή Νοημοσύνη, ο κ. Σταθόπουλος σημείωσε ότι, μαζί με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα που επηρεάζει σήμερα τις επενδυτικές αποφάσεις και τα επιχειρηματικά σχέδια. Παραδέχθηκε ότι η AI δημιουργεί αναταράξεις σε αρκετούς κλάδους και αλλάζει τα επιχειρηματικά μοντέλα, ωστόσο εκτίμησε ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απειλή, αλλά ως μια τεχνολογία που δημιουργεί νέες ευκαιρίες ανάπτυξης.

Εκτίμησε ακόμη ότι ο κλάδος του λογισμικού θα δεχθεί τις μεγαλύτερες πιέσεις, ενώ οι μεγάλοι κερδισμένοι της επόμενης δεκαετίας θα είναι η ενέργεια, η ενεργειακή μετάβαση και η υγεία μέσω της αξιοποίησης της τεχνητής νοημοσύνης. Για την Ελλάδα, τόνισε ότι χρειάζεται μεγαλύτερη συγκέντρωση της αγοράς και η δημιουργία ισχυρών επιχειρηματικών σχημάτων, ικανών να εξελιχθούν σε «εθνικούς πρωταθλητές».

Από την πλευρά του, ο CEO του Υπερταμείου, Γιάννης Παπαχρήστου, υποστήριξε ότι η Ελλάδα διαθέτει σήμερα όλα τα χαρακτηριστικά για να προσελκύσει ακόμη περισσότερα διεθνή κεφάλαια. Όπως είπε, η χώρα έχει εξελιχθεί σε πυλώνα σταθερότητας στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, αξιοποιώντας τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό και τη γεωστρατηγική της θέση ως ενεργειακός, διαμετακομιστικός και ψηφιακός κόμβος.

Ωστόσο, επισήμανε ότι τα συγκριτικά αυτά πλεονεκτήματα πρέπει να μεταφραστούν σε ακόμη περισσότερες επενδύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, χαρακτήρισε το Υπερταμείο ως τον φορέα που γεφυρώνει τους διεθνείς επενδυτές με την πραγματική οικονομία, συμβάλλοντας στην κάλυψη του επενδυτικού κενού της χώρας και στην αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

«Πρέπει να περάσουμε από τη φάση των αποεπενδύσεων στη φάση των επενδύσεων», ανέφερε χαρακτηριστικά, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη ενίσχυσης των επενδύσεων στις ψηφιακές υποδομές, την ενεργειακή μετάβαση, τη μπλε και την κυκλική οικονομία, την αγροτεχνολογία και τη βιοτεχνολογία.

Παρουσιάζοντας τον σχεδιασμό του Υπερταμείου για την επόμενη περίοδο, αποκάλυψε ότι μέσα στους επόμενους 18 μήνες θα «τρέχουν» τουλάχιστον δέκα μεγάλα επενδυτικά projects.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τρεις νέες επενδύσεις μέσω του Hellenic Investment Fund (HIF), η επιλογή στρατηγικού επενδυτή για τις Ελληνικές Αλυκές, οι διαγωνισμοί για τα 22 περιφερειακά αεροδρόμια, τα λιμάνια της Ελευσίνας και του Λαυρίου, καθώς και για τα logistics centers στο Θριάσιο και στο πρώην στρατόπεδο Γκόνου.

Παράλληλα, θα προχωρήσει η ωρίμανση δέκα ακόμη έργων αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων της ΕΤΑΔ, της ΔΕΘ, της Διώρυγας της Κορίνθου, της ΓΑΙΑΟΣΕ και των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων.

Στο πάνελ συμμετείχε και ο επικεφαλής Economic Risk Analysis, Τζιοβάνι Γκαλεγκάρι, ο οποίος υποστήριξε ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική απάντηση για τον μεγαλύτερο συστημικό κίνδυνο που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη. Όπως ανέφερε, το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από πολλαπλές αβεβαιότητες και η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η ικανότητα των οικονομιών να προσαρμόζονται γρήγορα στις αλλαγές.

Για τον λόγο αυτό, τόνισε ότι η Ευρώπη χρειάζεται ένα σταθερό και προβλέψιμο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις και στους επενδυτές να σχεδιάζουν με μεγαλύτερη ασφάλεια. Αναφερόμενος στην ελληνική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, σημείωσε ότι το σημαντικότερο δίδαγμα ήταν η αξία της θεσμικής σταθερότητας και της συνέπειας στις μεταρρυθμίσεις ως προϋποθέσεις για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη και την προσέλκυση επενδύσεων.