Πώς θα χτυπήσει οικονομία και επιχειρήσεις το νέο κύμα ακρίβειας
Shutterstock
Shutterstock

Πώς θα χτυπήσει οικονομία και επιχειρήσεις το νέο κύμα ακρίβειας

Το «φάντασμα» μιας ακόμα πιο ακριβής καθημερινότητας αρχίζει να πλανάται πάνω από την Ευρώπη, με καύσιμα και ενέργεια να ασκούν ασφυκτικές πιέσεις στην αγορά. Αναλυτές προειδοποιούν ότι στους επόμενους μήνες θα δούμε ένα συνδυασμό συρρίκνωσης του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών, χαμηλότερων τζίρων για τις επιχειρήσεις και διόρθωσης των μετοχών. 

Αυτή η εικόνα θα κυριαρχεί όσο θα γίνονται αισθητές οι πραγματικές επιπτώσεις του πολέμου στον περσικό Κόλπο. Στο σενάριο που οι τιμές των καυσίμων παραμείνουν στα τρέχοντα επίπεδα για το υπόλοιπο του έτους, η ετήσια δαπάνη για καύσιμα εκτιμάται πως θα αυξηθεί έως και κατά 430 ευρώ, ενώ σε ονομαστικές τιμές τα καύσιμα στην Ευρωζώνη θα είναι περίπου 15% ακριβότερα από τη μεγάλη ενεργειακή κρίση του 2022. 

Σύμφωνα με την ING, το γέμισμα του ρεζερβουάρ, για 50 λίτρα, έχει αυξηθεί έως και κατά 23 ευρώ στην Ευρώπη και σε σύγκριση με τις τιμές που επικρατούσαν πριν τον πόλεμο στο Ιράν. 

Ζοφερή είναι η πρόβλεψη της Societe General, η οποία κάνει λόγο για εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου έως τα 150 δολάρια στο σενάριο που παραμείνουν κλειστά τα Στενά και τον Ιούνιο. Παράλληλα, ο οίκος βλέπει χρηματιστηριακή διόρθωση της τάξης του 6% έως το τέλος του έτους, εξαιτίας της εξασθένησης της δυναμικής των εταιρικών κερδών.

Το πλήγμα για την ελληνική οικονομία θα είναι ακόμα ισχυρότερο καθώς το βάρος του αυξημένου κόστους πάνω στο διαθέσιμο εισόδημα είναι δυσανάλογα υψηλό. Οι χαμηλότεροι μισθοί, η υψηλή φορολογία στα καύσιμα, η μεγάλη εξάρτηση από το αυτοκίνητο εκτός αστικών κέντρων και το αυξημένο μεταφορικό κόστος λόγω γεωγραφίας δημιουργούν έναν μηχανισμό άμεσης συμπίεσης της κατανάλωσης. 

Η βαθιά ενεργειακή κρίση, που έχει πυροδοτήσει ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ και τα χτυπήματα κατά κρίσιμων ενεργειακών εγκαταστάσεων των χωρών του Περσικού Κόλπου, μετατρέπεται σε ασύμμετρη απειλή για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. 

Το σοκ στις τιμές του πετρελαίου διεισδύει πολύ γρήγορα στην πραγματική οικονομία και πλέον πλήττει σφοδρά την κατανάλωση και κατ’ επέκταση την οικονομία και τις αγορές. Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δραματική αν λάβουμε υπόψη ότι στην συντριπτική τους πλειονότητα οι αναλυτές εκτιμούν πως ακόμα και αν ανοίξουν μέσα στον Ιούνιο τα Στενά του Ορμούζ, ένα νέο κύμα ακρίβειας θα χτυπήσει στους επόμενους μήνες την Ευρώπη. 

Κάθε αύξηση στα καύσιμα αφαιρεί αγοραστική δύναμη από την εστίαση, το λιανεμπόριο, τον εσωτερικό τουρισμό και συνολικά την εσωτερική κατανάλωση. Για πολλές επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε οικονομίες όπως η ελληνική που στηρίζονται έντονα στην ιδιωτική κατανάλωση, αυτό μεταφράζεται σε χαμηλότερη ζήτηση, μικρότερη συχνότητα αγορών και πίεση στους τζίρους.

Ο κίνδυνος είναι διπλός. Από τη μία πλευρά αυξάνεται το λειτουργικό κόστος: μεταφορές, logistics, πρώτες ύλες και διανομή γίνονται ακριβότερα. Από την άλλη, αποδυναμώνεται ο τελικός καταναλωτής. Κλάδοι όπως το λιανεμπόριο, η εστίαση και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένοι, επειδή εξαρτώνται από τις δαπάνες που περιορίζονται πρώτες όταν αυξάνεται το κόστος ζωής.

Έρευνες καταναλωτών δείχνουν ότι 4 στους 10 καταναλωτές κυνηγούν περισσότερο τις προσφορές, ενώ σε ποσοστό 36% περιορίζουν τις βασικές αγορές. Δυστυχώς, οι προβλέψεις θέλουν το νέο κύμα αυξήσεων στα τρόφιμα να κορυφώνεται όχι φέτος αλλά το 2027, λόγω κόστους λιπασμάτων και πρώτων υλών. 

Τέλος, το χειρότερο σενάριο θέλει την πίεση στα καύσιμα να μην είναι προσωρινή. Δεν είναι τυχαίο ότι η ΤτΕ προειδοποιεί ότι από το 2028 το νέο ευρωπαϊκό σύστημα ρύπων ETS2 θα επιβαρύνει ακόμα περισσότερο βενζίνη, πετρέλαιο και θέρμανση, πυροδοτώντας νέο κύμα ανατιμήσεων. 

Το μεγάλο δίλημμα της ΕΚΤ

Το σημαντικό χάσμα μεταξύ των χωρών του πυρήνα και της περιφέρειας δυσκολεύει το έργο της Ευρωπαϊκής κεντρικής Τράπεζας. Η ΕΚΤ αποφασίζει για ένα επιτόκιο που εφαρμόζεται σε οικονομίες με διαφορετικές ανάγκες. Ανάγκες που γίνονται πολύ πιο εμφανείς σε περιόδους κρίσης. Αν οι τιμές των καυσίμων παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, η Γερμανία θα κινδυνεύει με επιβράδυνση αλλά χώρες όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία ενδέχεται να βιώσουν πολύ μεγαλύτερη συρρίκνωση της κατανάλωσης. 

Αυτό που εμφανίζεται ως ένας κοινός πληθωριστικός δείκτης για την Ευρωζώνη, εξελίσσεται στην πράξη σε ένα άνισο σοκ στην κατανάλωση, με πολύ διαφορετικές οικονομικές και πολιτικές συνέπειες μεταξύ πυρήνα και περιφέρειας ή αν προτιμάτε μεταξύ Βορρά και Νότου. 

Το σοκ της αντλίας μεταφέρεται πλέον απευθείας στην πραγματική οικονομία, αλλά με εντελώς διαφορετική ένταση από χώρα σε χώρα. Το 2025, τα νοικοκυριά της Ιταλίας δαπάνησαν σε καύσιμα περίπου το 4% του διαθέσιμου εισοδήματος, όταν στην Πορτογαλία το αντίστοιχο ποσοστό τοποθετείται στο 6,2% και στην Ελλάδα οι εκτιμήσεις της αγοράς κάνουν λόγο για 7%-9%.

Η διαφορά δεν αντανακλά κατ’ ανάγκη χαμηλότερες τιμές στην Ιταλία, αλλά πολλούς άλλους παράγοντες, όπως τις διαφορετικές οδηγικές συνήθειες και βέβαια τα διαφορετικά επίπεδα του διαθέσιμου εισοδήματος.