Κάθε φορά που η δημόσια συζήτηση στρέφεται στην οικονομία και τα μεγάλα δομικά προβλήματα της ανάπτυξης, η Αριστερά επιστρέφει στην ίδια, κλασική συνταγή: τη στοχοποίηση των «εχόντων» μέσα από εύκολους συμβολισμούς. Η πρόσφατη ρητορική για φόρους σε σκάφη, πισίνες και πολυτελή αυτοκίνητα δεν αποτελεί έκπληξη, είναι η γνωστή πολιτική εντυπωσιασμού που παρουσιάζει την τιμωρητική φορολόγηση ως «κοινωνική δικαιοσύνη».
Στην πράξη, όμως, αυτή η προσέγγιση είναι η επιτομή ενός υφέρποντος λαϊκισμού. Τοξικοποιεί τον δημόσιο διάλογο, επενδύει στον κοινωνικό αυτοματισμό και καλλιεργεί τον φθόνο, ενώ δεν προσφέρει το παραμικρό στην πραγματική οικονομία ή στη μέση ελληνική οικογένεια.
Αυτές οι λίγες, αλλά απολύτως ενδεικτικές προτάσεις αρκούν για να περιγράψουν το πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η Αριστερά και εξηγούν σε μεγάλο βαθμό γιατί υποχωρεί σταθερά σε επιρροή. Δεν είναι ζήτημα συγκυρίας, είναι ζήτημα πραγματικότητας.
Θα έλεγα μάλιστα ότι ο μεγαλύτερος εχθρός της Αριστεράς δεν είναι ο φιλελευθερισμός - είναι η ίδια η ζωή. Και αυτό ακριβώς φαίνεται πως δεν καταλαβαίνει: ότι η ζωή, η ανθρώπινη φύση και η λειτουργία της αγοράς δεν προσαρμόζονται σε ιδεολογικά σχήματα, όσο κι αν εκείνη επιμένει να τα αγνοεί.
Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη από τη δεκαετία του ’40, ο Αμερικανός ψυχολόγος Abraham Maslow διατύπωσε την Πυραμίδα Αναγκών για να εξηγήσει τι είναι αυτό που παρακινεί τον άνθρωπο, από τις βασικές ανάγκες επιβίωσης, μέχρι την ανάγκη για αναγνώριση και, τελικά, αυτοπραγμάτωση.
Η Ανθρώπινη Φύση ως Κινητήριος Δύναμη της Προόδου
Η επιθυμία του ανθρώπου να εργαστεί σκληρά, να ρισκάρει, να δημιουργήσει και τελικά να απολαύσει τους καρπούς των κόπων του - ακόμη και μέσα από πολυτελή αγαθά - δεν είναι «κοινωνική εκτροπή». Είναι η βασική κινητήριος δύναμη της οικονομικής δραστηριότητας.
Η φιλοδοξία για μια καλύτερη ζωή και η ανταμοιβή της προσπάθειας αποτελούν το μοχλό της καινοτομίας και της ανάπτυξης. Όταν η Αριστερά αντιμετωπίζει αυτή την ανάγκη με καχυποψία ή επιχειρεί να την αποδομήσει ηθικά, συγκρούεται με την ίδια την πραγματικότητα.
Αν αφαιρεθεί από τον πολίτη το κίνητρο της προσωπικής ανέλιξης, δεν συγκροτείται μια δικαιότερη κοινωνία. Δημιουργείται ισοπέδωση.
Το Λογικό Άλμα και η Μικροπολιτική του Αυτοματισμού
Η εμμονή σε «κότερα και πισίνες», επιχειρεί να αναδείξει μια απειροελάχιστη μειοψηφία ως δήθεν κεντρικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας.
Τα επίσημα στοιχεία - προφανώς - καταδεικνύουν ότι η στόχευση αφορά ελάχιστους πολίτες. Η μετατροπή, επομένως, αυτού του ασήμαντου ποσοστού σε μείζον πολιτικό επίδικο, δεν προκύπτει από κάποια σοβαρή ανάλυση των φορολογικών δεδομένων. Είναι καθαρή επικοινωνιακή σκοπιμότητα.
Η μέθοδος είναι γνωστή. Όταν δεν έχεις ρεαλιστικές προτάσεις για την ενίσχυση του εισοδήματος του μέσου πολίτη, μετατοπίζεις την προσοχή του σε όσους έχουν περισσότερα, επενδύοντας στον φθόνο και την αγανάκτηση.
Το αποτέλεσμα είναι μια τεχνητή «σύγκρουση» με μια χούφτα προνομιούχων, που δεν προσφέρει τίποτα στον δημόσιο διάλογο πέρα από τοξικότητα και αποπροσανατολισμό.
Η Οικονομική Ψευδαίσθηση και η Άγνοια της Αγοράς
Η ιδέα ότι η υπερφορολόγηση των αγαθών πολυτελείας μπορεί να λύσει τα δημοσιονομικά προβλήματα - στο βαθμό που υποστηρίζεται στα σοβαρά, αποκαλύπτει μια σοκαριστική άγνοια της παγκοσμιοποιημένης αγοράς.
Τα έσοδα από τέτοιους «φόρους εντυπωσιασμού» είναι αμελητέα. Και, κυρίως, η οικονομία αντιδρά διότι η τιμωρητική φορολόγηση κινητής περιουσίας οδηγεί στην εξαφάνιση της φορολογητέας ύλης. Τα σκάφη αλλάζουν σημαία, οι επενδύσεις παγώνουν, και ολόκληροι κλάδοι - yachting, τουρισμός υψηλού επιπέδου, συντήρηση, υπηρεσίες - πλήττονται καίρια.
Το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο: λιγότερα έσοδα και χαμένες θέσεις εργασίας. Πραγματική κοινωνική πολιτική δεν είναι να διώχνεις τον πλούτο, αλλά να δημιουργείς συνθήκες για να παραχθεί και να παραμείνει. Η εμμονή στην αναδιανομή ενός πλούτου που συρρικνώνεται δεν είναι στρατηγική· είναι συνταγή συλλογικής φτωχοποίησης.
Αν η Αριστερά λοιπόν θεωρεί ότι η κατοχή πολυτελών αγαθών είναι ανήθικη, ας το πει καθαρά και ας προτείνει την απαγόρευσή τους. Φυσικά, δεν το κάνει, γιατί κάτι τέτοιο θα θύμιζε ολοκληρωτικά καθεστώτα. Αντί γι' αυτό, προτιμά να τα χρησιμοποιεί ως λαϊκιστικό αφήγημα.
Αυτή η λογική δεν είναι ιδεολογική θέση. Είναι έκφραση δογματικής ακαμψίας και επιλεκτική ηθικολογία . Ο στόχος άλλωστε είναι πιο χρήσιμος ζωντανός παρά νεκρός.
Η χώρα δεν προχωρά κυνηγώντας φαντάσματα.
Όσο όμως η Αριστερά αρνείται να κατανοήσει τους νόμους της αγοράς, τα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας και τους κανόνες της ανθρώπινης ψυχολογίας, θα παραμένει εγκλωβισμένη σε στερεότυπα του παρελθόντος. Η ρητορική των εύκολων στόχων μπορεί να προσφέρει πρόσκαιρα επικοινωνιακά οφέλη – αν και ούτε αυτό είναι βέβαιο πλέον, αλλά δεν παράγει αποτέλεσμα. Η χώρα δεν προχωρά κυνηγώντας φαντάσματα.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια πολιτική ρεαλισμού, λογικής και προοπτικής· μια στρατηγική που δεν τιμωρεί την επιτυχία, αλλά δίνει κίνητρα για να πολλαπλασιαστεί.
Πραγματική κοινωνική δικαιοσύνη σημαίνει προσέλκυση επενδύσεων, μείωση της φορολογίας που στραγγαλίζει τη μεσαία τάξη, δημιουργία καλά αμειβομένων θέσεων εργασίας και ένα σταθερό περιβάλλον για τη δημιουργικότητα του Έλληνα.
Έχει αποδειχθεί επανειλημμένα ότι ο κόσμος κινείται με βάση την ελευθερία, την εξέλιξη και την επιβράβευση της προσπάθειας. Με αυτές τις έννοιες βέβαια, η Αριστερά δεν τα πήγαινε ποτέ καλά.
