Η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ γίνεται ο πρώτος μη χρηματοπιστωτικός ελληνικός όμιλος που αποκτά επενδυτική βαθμίδα από τη Moody’s, με την εισηγμένη να εξασφαλίζει investment grade, κατακτώντας θέση στο κλειστό club των επιχειρήσεων που θεωρούνται αξιόπιστες για μακροπρόθεσμη τοποθέτηση θεσμικών επενδυτών.
Εξέλιξη που οφείλεται στην πρωτοκαθεδρία της στις Υποδομές, Παραχωρήσεις, και στους αυτοκινητοδρόμους, κερδίζοντας κατάταξη στην επενδυτική βαθμίδα Baa3 με σταθερές προοπτικές, κατά την έναρξη της κάλυψής της.
Την κάλυψη από την Moody’s ακολούθησε χθες αργά και η απόδοση επενδυτικής βαθμίδας από την S&P Global Ratings, δίνοντας άλλη διάσταση στην διαδικασία αφού ο όμιλος εισέρχεται σε μια ιστορική καμπή που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται πλέον από τα διεθνή χαρτοφυλάκια, τα επενδυτικά funds και τις μεγάλες αγορές κεφαλαίου.
Η Moody’s ξεκίνησε την κάλυψη της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ με αξιολόγηση «Baa3», ενώ η S&P Global Ratings ακολούθησε με βαθμίδα «BBB-», με αμφότερους τους οίκους να δίνουν σταθερές προοπτικές.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για την ελληνική αγορά, καθώς η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ γίνεται ο πρώτος ιδιωτικός ελληνικός όμιλος υποδομών που αποκτά επενδυτική βαθμίδα από τη Moody’s.
Η επιλογή του Γιώργου Περιστέρη να μετατρέψει με άρτια σχεδιασμένες κινήσεις την ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ από μια παραδοσιακή κατασκευαστική εταιρεία σε ένα ισχυρό infrastructure platform με σταθερές ταμειακές ροές, μακροχρόνιες συμβάσεις και έντονο αποτύπωμα σε κρίσιμες εθνικές υποδομές δεν έμεινε απαρατήρητη από τις αγορές και τους επαγγελματίες αυτών.
Η σαρωτική κυριαρχία της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στο τομέα των Παραχωρήσεων και η ηγετική θέση στους αυτοκινητοδρόμους με τον όμιλο να ελέγχει πάνω από το 80% των ελληνικών αυτοκινητοδρόμων με διόδια, μέσω μακροχρόνιων συμβάσεων που ξεπερνούν κατά μέσο όρο τα 25 χρόνια, αποτελούν βασικό στοιχείο που οδήγησε τους MOODY’S και S&P Global να δώσουν επενδυτική βαθμίδα.
Και αυτό γιατί πρόκειται για συμβάσεις που προσφέρουν σταθερότητα εσόδων, προβλεψιμότητα ταμειακών ροών και χαμηλότερο επιχειρηματικό ρίσκο σε σχέση με τις παραδοσιακές εργολαβίες.
Το portfolio της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ έχει διάρκεια ζωής έως και 30-35 έτη για κάποιες παραχωρήσεις, στις οποίες έρχονται να προστεθούν το αεροδρόμιο στο Καστέλι Κρήτης, το IRC Ελληνικού, Λιμάνια, ΣΔΙΤ σε διάφορες υποδομές (οδικές, άρδευση / ύδρευση, ψηφιακά κ.α.) αλλά και μεγάλες συμφωνίες (π.χ. ΕΥΔΑΠ, Airbus κ.λπ.), όπως και πλήθος έργων (δημόσια και ιδιωτικά).
Η Moodys εκτιμά ότι οι παραχωρήσεις αυτοκινητοδρόμων θα παράγουν περίπου το 70% των συνολικών EBITDA του ομίλου το 2026, ποσοστό που θα αυξάνεται όσο ωριμάζουν οι νέες συμβάσεις.
Από την πλευρά της η S&P Global Ratings, απέδωσε για πρώτη φορά αξιολόγηση BBB- με σταθερές προοπτικές (outlook), σε μια κίνηση που αναδεικνύει τη μετατροπή του ομίλου στον κυρίαρχο παίκτη υποδομών και παραχωρήσεων στην Ελλάδα.
Ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης εκτιμά ότι το πιστωτικό προφίλ της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ θα συνεχίσει να ενισχύεται την περίοδο 2026-2028, χάρη στις ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης, τη διεύρυνση της λειτουργικής κερδοφορίας και τη σταδιακή μετατόπιση του επιχειρηματικού μοντέλου από την κατασκευή προς τις παραχωρήσεις μακράς διάρκειας.
Το υπερόπλο των παραχωρήσεων
Κομβικό ρόλο στη θετική αξιολόγηση διαδραματίζουν η 25ετής παραχώρηση της Αττικής Οδού και η νέα 35ετής σύμβαση της Εγνατίας Οδού.
Η Moody’s χαρακτηρίζει τα δύο έργα κρίσιμες υποδομές εθνικής σημασίας, καθώς εξυπηρετούν καθημερινά μεγάλους όγκους επιβατικών και εμπορευματικών μετακινήσεων, ενώ αποτελούν βασικούς διαδρόμους για τον τουρισμό και το διαμετακομιστικό εμπόριο.
Παράλληλα, στο χαρτοφυλάκιο του ομίλου περιλαμβάνονται η Νέα και Κεντρική Οδός, η Ολύμπια Οδός, αλλά και νέες υποδομές στη Βόρεια Κρήτη (ΒΟΑΚ). Η Moody’s σημειώνει ότι οι συμβάσεις λειτουργούν μέσα σε ένα σταθερό και ώριμο πλαίσιο, με μηχανισμούς αναπροσαρμογής διοδίων και προβλέψιμη διάρκεια που ξεπερνά κατά μέσο όρο τις δύο δεκαετίες.
Η S&P χαρακτηρίζει τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ως τον μεγαλύτερο όμιλο υποδομών και κατασκευών στην Ελλάδα, με ένα ιδιαίτερα ισχυρό χαρτοφυλάκιο οδικών παραχωρήσεων πολύ μεγάλης διάρκειας.
Όπως σημειώνει, ο όμιλος ελέγχει περίπου το 85% των ελληνικών αυτοκινητοδρόμων με διόδια, ενώ η σταθμισμένη μέση διάρκεια των συμβάσεων υπερβαίνει τα 25 χρόνια.
Ο οίκος θεωρεί ότι το συμβατικό και ρυθμιστικό πλαίσιο στην Ελλάδα παραμένει υποστηρικτικό, με περιορισμένο ανταγωνισμό και θετικές μακροοικονομικές προοπτικές. Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να συνεχίσει να υπεραποδίδει έναντι της ευρωζώνης, ενισχυόμενη από την αγορά εργασίας και τις επενδύσεις που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της S&P, οι παραχωρήσεις θα συνεισφέρουν περίπου το 80% του EBITDA του ομίλου τα επόμενα χρόνια.
Οι κατασκευές, τα μεγέθη και η ενέργεια
Η Moody’s Ratings αποδίδει σημαντική αξία και στον κατασκευαστικό τομέα της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, επισημαίνοντας ότι ο όμιλος διαθέτει μία από τις ισχυρότερες παρουσίες στην ελληνική αγορά έργων υποδομής.
Η πολυετής εμπειρία στην υλοποίηση σύνθετων έργων μεταφορών, ενεργειακών εγκαταστάσεων και μεγάλων τεχνικών κατασκευών θεωρείται βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η Ελλάδα εισέρχεται σε νέο κύκλο μεγάλων επενδύσεων.
Ο οίκος εκτιμά ότι η κατασκευαστική δραστηριότητα θα εξακολουθήσει να αποτελεί βασικό πυλώνα λειτουργικής κερδοφορίας για τον όμιλο, συμβάλλοντας περίπου κατά το ένα τρίτο στα συνολικά EBITDA τα επόμενα χρόνια. Παρότι ο συγκεκριμένος κλάδος χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη μεταβλητότητα σε σχέση με τις ώριμες παραχωρήσεις, η Moody’s θεωρεί ότι η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ διαθέτει επαρκή κλίμακα, υψηλή τεχνογνωσία και ισχυρό ανεκτέλεστο έργων που περιορίζουν σημαντικά τον σχετικό κίνδυνο.
Σε επίπεδο στρατηγικής, ο οίκος σημειώνει ότι ο όμιλος μετατοπίζει πλέον το κέντρο βάρους του περισσότερο στις υποδομές μεταφορών και στις μακροχρόνιες παραχωρήσεις, μετά και την ολοκλήρωση της πώλησης της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή. Παράλληλα, η συνεργασία με τη Motor Oil στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής οδηγεί σε μια πιο στοχευμένη παρουσία στην ενέργεια, με αποτέλεσμα ο συγκεκριμένος τομέας να έχει μικρότερη συμμετοχή στη συνολική λειτουργική κερδοφορία του ομίλου τα επόμενα χρόνια.
EBITDA άνω των 750 εκατ. ευρώ έως το 2028
Η S&P προβλέπει σημαντική βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, με το EBITDA να αυξάνεται σε πάνω από 750 εκατ. ευρώ έως το 2028, από περίπου 609 εκατ. ευρώ το 2025.
Καθοριστικό ρόλο θα παίξουν η πλήρης λειτουργία της Αττικής Οδού, η έναρξη λειτουργίας της Εγνατίας Οδού, οι σημαντικές αυξήσεις διοδίων που προβλέπονται στην Εγνατία, καθώς και η ολοκλήρωση νέων έργων παραχώρησης.
Παράλληλα, τα περιθώρια EBITDA εκτιμάται ότι θα ενισχυθούν στο 23%-24% έως το 2028, από 15,8% το 2025, καθώς μειώνεται η συμμετοχή της κατασκευής στα λειτουργικά κέρδη και αυξάνεται η βαρύτητα των παραχωρήσεων, οι οποίες εμφανίζουν περιθώρια EBITDA της τάξης του 70%-75%.
Η κατασκευαστική δραστηριότητα αναμένεται να περιοριστεί περίπου στο 20% του EBITDA του ομίλου, έναντι υψηλότερων ποσοστών σήμερα.
Μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα
Παρά την υψηλή ενοποιημένη μόχλευση, η S&P αξιολογεί θετικά τη δομή χρηματοδότησης της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, επισημαίνοντας ότι πάνω από το 90% του καθαρού δανεισμού των 4,3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025 αφορά μη αναγωγικό project finance σε επίπεδο παραχωρήσεων.
Η διοίκηση, σύμφωνα με τον οίκο, διατηρεί συντηρητική πολιτική χρηματοδότησης, με πολύ χαμηλή μόχλευση στη μητρική εταιρεία και στον κατασκευαστικό βραχίονα. Ο δείκτης καθαρού δανεισμού προς EBITDA της κατασκευής και μερίσματα από παραχωρήσεις διαμορφώθηκε μόλις στο 0,6x το 2025.
Ο όμιλος προγραμματίζει επενδύσεις ύψους περίπου 1,4 δισ. ευρώ την περίοδο 2026-2028, κυρίως για την ολοκλήρωση της επέκτασης της Εγνατίας Οδού, τον ΒΟΑΚ στην Κρήτη και το νέο αεροδρόμιο στο Καστέλι.
Η S&P αναγνωρίζει ότι το υψηλό επενδυτικό πρόγραμμα δημιουργεί εκτελεστικούς κινδύνους, ωστόσο θεωρεί ότι αυτοί μετριάζονται από την ηγετική θέση του ομίλου, τη διαφοροποίηση του ανεκτέλεστου, την περιορισμένη έκθεση σε συμβάσεις σταθερού τιμήματος και την ιστορικά υψηλή κερδοφορία της κατασκευής.
Το ανεκτέλεστο υπόλοιπο συμβάσεων έχει διπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια στα περίπου 7 δισ. ευρώ, με σχεδόν το 50% να αφορά έργα των ίδιων των παραχωρήσεων του ομίλου.
Ισχυρή ρευστότητα και απομόνωση του ενεργειακού κινδύνου
Θετικά αξιολογείται και η ισχυρή ρευστότητα της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Στο τέλος του 2025, τα ταμειακά διαθέσιμα ανέρχονταν σε 851 εκατ. ευρώ στη μητρική και 842 εκατ. ευρώ στις λειτουργικές θυγατρικές.
Η S&P εκτιμά ότι η εταιρεία θα συνεχίσει να διατηρεί σημαντικά ταμειακά αποθέματα κατά τη διάρκεια της φάσης έντονων επενδύσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη δραστηριότητα της συμβατικής ενέργειας, η οποία από το 2026 θα λογιστικοποιείται ως συμμετοχή μέσω της κοινής εταιρείας με τη Motor Oil. Ο οίκος θεωρεί ότι έτσι περιορίζεται η έκθεση του ομίλου στους πιο ευμετάβλητους κινδύνους της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο.
Η αρχή από την Banco Santander
Την αρχή για την αναγνώριση των προοπτικών της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ έκανε με βάση το ισχυρό αποτύπωμα του ομίλου στις παραχωρήσεις η Banco Santander που ξεκίνησε προ λίγων εβδομάδων, την κάλυψη της μετοχής με τιμή-στόχο τα 49 ευρώ, αποτιμώντας ουσιαστικά τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ κοντά στα 5 δισ. ευρώ.
Η Ισπανική τράπεζα χαρακτηρίζει τον όμιλο ως τον μεγαλύτερο ελληνικό παίκτη στις υποδομές μεταφορών και θεωρεί ότι βρίσκεται σε φάση βαθιάς εταιρικής μεταμόρφωσης μετά την πώληση της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή.
Σημειώνει δε ότι οι οδικές παραχωρήσεις αποτελούν τον βασικό μοχλό δημιουργίας αξίας για τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 53% της εύλογης αξίας των ιδίων κεφαλαίων και το 75% της συνολικής επιχειρηματικής αξίας του Ομίλου.
Ο διεθνής οίκος δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αυξανόμενη μερισματική δυναμική των βασικών παραχωρήσεων και στην ταχεία απομόχλευση σε επίπεδο μητρικής. Κι αυτό δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος του δανεισμού είναι χωρίς αναγωγή (non-recourse) και συνδέεται με τα ίδια τα έργα. Θετική αξιολόγηση λαμβάνει και η δραστηριότητα της κατασκευής, η οποία στηρίζεται σε ιστορικά υψηλό ανεκτέλεστο έργων και ισχυρά περιθώρια κερδοφορίας, με το pipeline νέων παραχωρήσεων, όπως ο ΒΟΑΚ, να ενισχύει το μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό αφήγημα του Ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ.
