Τους λόγους για τους οποίους το λαθρεμπόριο στα προϊόντα θερμαινόμενου καπνού είναι περιορισμένο στην Ευρώπη ανέφερε σε ερώτηση του Liberal ο Group Chief Corporate Affairs Officer της Philip Morris International, Χρήστος Χαρπαντίδης. Αφορμή αποτέλεσε η συζήτηση πάνελ που πραγματοποιήθηκε χθες στις Βρυξέλλες, στην οποία παρουσιάστηκε η ετήσια έκθεση της KPMG για το παράνομο εμπόριο καπνικών προϊόντων και προϊόντων νικοτίνης στην Ευρώπη.
Η εκδήλωση συνδιοργανώθηκε από το think tank Royal United Services Institute (RUSI) και την οργάνωση κατά του παράνομου εμπορίου Transnational Alliance to Combat Illicit Trade (TRACIT).
Ο κ. Χαρπαντίδης ανέφερε πως οι ράβδοι καπνού αποτελούν ένα νέο τύπο προϊόντος που δεν έχει μπει ακόμα στο στόχαστρο των λαθρεμπόρων και υποστήριξε πως τα προϊόντα θερμαινόμενου καπνού είναι τεχνικά πολύ πιο δύσκολο να αντιγραφούν σε σχέση με τα συμβατικά τσιγάρα και οι λαθρέμποροι προτιμούν να δραστηριοποιούνται στα κλασικά τσιγάρα, όπου η παραγωγή, η παραποίηση και η διακίνηση είναι απλούστερες.
Η απάντηση αυτή εδράζεται στο επιχείρημα ότι οι ράβδοι θερμαινόμενου καπνού έχουν συγκεκριμένες προδιαγραφές, τεχνολογία, απαιτούμενη συμβατότητα με συγκεκριμένες συσκευές με τις οποίες μπορούν να λειτουργούν, απαιτούν ποιοτικό έλεγχο, διαφορετικές πρώτες ύλες σε σχέση με τα συμβατικά τσιγάρα και το δίκτυο διανομής είναι πιο ελεγχόμενο. Και κατέληξε λέγοντας ότι «αν θέλει κάποιος να σε αντιγράψει, έναν τρόπο θα βρει. Δεν θα είναι τόσο καλό το προϊόν, αλλά κάτι θα βγάλει σε πολύ χαμηλότερη τιμή».
Σύμφωνα με την έρευνα, η αύξηση των πωλήσεων θερμαινόμενου καπνού κατά 7% καταγράφεται κυρίως στη νόμιμη αγορά, ενώ το παράνομο μερίδιο παραμένει περιορισμένο, κοντά στο 1%. Αυτό δείχνει ότι αυτή η κατηγορία προϊόντων, παρά την ανάπτυξή της, δεν έχει ακόμη αποκτήσει τα χαρακτηριστικά που εμφανίζει η αγορά συμβατικών τσιγάρων.
Συνεργασία με ελληνική κυβέρνηση
Ο κ. Χαρπαντίδης ρωτήθηκε επίσης σχετικά με το αν η ελληνική κυβέρνηση έχει ποτέ ζητήσει την αρωγή της Philip Morris International για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου καπνικών προϊόντων. Η απάντηση ήταν θετική. Συγκεκριμένα δήλωσε πως: «Συνεργαζόμαστε, και συνεργαζόμαστε παραδοσιακά, όσο μας επιτρέπεται, με όλες τις κυβερνήσεις, κυρίως με τις αρχές που καταπολεμούν το φαινόμενο. Αλλά και με το υπουργείο Οικονομικών, που έχει την αρμοδιότητα, για να καταθέσουμε τις προτάσεις μας, και εμείς και οι υπόλοιποι εκπρόσωποι της βιομηχανίας. Σε άλλες χώρες συμβαίνει πολύ άνετα, σε άλλες είναι πιο δύσκολο. Γενικά, σε κάποιες χώρες υπάρχει καλή συνεργασία, σε κάποιες όχι. Στην Ελλάδα είμαστε ένας κλάδος που συνομιλεί».
Η Ελλάδα τα καταφέρνει ξανά
Η μειωμένη κατανάλωση παράνομων καπνικών προϊόντων για τη χώρα μας δεν αποτελεί φετινή είδηση. Ήδη στην περσινή έκθεση της KPMG αναφέρεται πως οι μεγάλες μειώσεις του όγκου που παρατηρήθηκαν σε τρεις από τις τέσσερις κορυφαίες αγορές παράνομης κατανάλωσης, την Ουκρανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ελλάδα, έχουν μετριάσει τη συνολική αύξηση του όγκου σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Για δεύτερη συνεχή χρονιά, λοιπόν, η Ελλάδα πετυχαίνει τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση κατανάλωσης παράνομων καπνικών προϊόντων στην Ευρώπη των 27. Το ποσοστό των παράνομων προϊόντων καπνού εκτιμάται στο 14,1% της συνολικής κατανάλωσης, μειωμένο, ωστόσο, κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2024.

Παρά ταύτα, το ποσοστό δεν είναι μικρό με τα χαμένα έσοδα για τα δημόσια ταμεία να υπολογίζονται σε 330 εκατ. ευρώ για το 2025, αλλά σημαντικά μειωμένα σε σχέση με τα 438 εκατ. ευρώ το 2024. Συνολικά στη χώρα μας, το 2025, καταναλώθηκαν 1,9 δισ. παράνομα προϊόντα.
