Οι μετοχές της Coinbase κατέγραψαν ισχυρές απώλειες στις μεσημεριανές συναλλαγές της Παρασκευής, υποχωρώντας κατά 7,64% στα 195,82 δολάρια, καθώς οι επενδυτές επανεκτίμησαν τις πιθανότητες άμεσης θεσμοθέτησης του νομοσχεδίου CLARITY Act και παράλληλα αντέδρασαν στα αδύναμα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας.
Η πτώση ήρθε μόλις μία ημέρα μετά το ισχυρό ράλι της μετοχής, το οποίο είχε πυροδοτηθεί από την έγκριση του νομοσχεδίου CLARITY από την Επιτροπή Τραπεζών της Γερουσίας με ψήφους 15 υπέρ και 9 κατά.
Ωστόσο, η αγορά φαίνεται πλέον να αναγνωρίζει ότι η τελική ψήφιση απέχει ακόμη αρκετά, καθώς απαιτείται η εξασφάλιση τουλάχιστον 60 ψήφων στη Γερουσία, με τη στήριξη Δημοκρατικών γερουσιαστών, ενώ στη συνέχεια το νομοσχέδιο θα πρέπει να εγκριθεί εκ νέου και από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Την αβεβαιότητα εντείνουν και οι επιφυλάξεις του διευθύνοντος συμβούλου της Coinbase, Μπράιαν Άρμστρονγκ, ο οποίος έχει επικρίνει ορισμένες διατάξεις του νομοσχεδίου, κυρίως εκείνες που αφορούν τις ανταμοιβές των stablecoins και την αυστηρότερη εποπτεία του κλάδου.
Παράλληλα, οι αγορές στοιχηματίζουν πλέον με μικρότερη βεβαιότητα στην τελική έγκριση του νόμου, καθώς οι πιθανότητες ψήφισής του έως το 2026 έχουν υποχωρήσει από 75% στις αρχές Μαΐου σε περίπου 59%.
Πέρα όμως από το ρυθμιστικό περιβάλλον, η Coinbase εξακολουθεί να δέχεται πίεση από τα απογοητευτικά οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου του 2026. Η εταιρεία ανακοίνωσε πτώση εσόδων κατά 30,5% σε ετήσια βάση, στα 1,41 δισ. δολάρια, ενώ κατέγραψε καθαρή ζημία 394 εκατ. δολαρίων.
Τα έσοδα από συναλλαγές μειώθηκαν κατά 21% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, αν και η εταιρεία διατήρησε θετικά προσαρμοσμένα EBITDA για 13ο συνεχόμενο τρίμηνο.
Πρόσθετη ανησυχία προκάλεσε και η κατάθεση Form 144, η οποία υποδηλώνει πιθανή πώληση περιορισμένων τίτλων από εσωτερικούς μετόχους της εταιρείας.
Ταυτόχρονα, η Coinbase εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το οικονομικό βάρος από προηγούμενο περιστατικό παραβίασης δεδομένων, με το συνολικό κόστος αποζημιώσεων και αποκατάστασης να εκτιμάται μεταξύ 180 και 400 εκατ. δολαρίων.
Το αρνητικό κλίμα επιβαρύνθηκε περαιτέρω από τη γενικότερη αδυναμία της Wall Street, καθώς οι βασικοί δείκτες κινήθηκαν πτωτικά μετά την ανάληψη της προεδρίας της Fed από τον Κέβιν Γουόρς, διαδεχόμενο τον Τζερόμ Πάουελ, γεγονός που ενίσχυσε την αβεβαιότητα γύρω από τη μελλοντική νομισματική πολιτική των ΗΠΑ.
