Άβυσσος η ψυχή της ελληνικής οικονομίας

Προφανώς, το 5% του πληθωρισμού του Μαΐου είναι σοκαριστικό. Αλλά επίσης σοκαριστικό είναι το γεγονός ότι με 5% πληθωρισμό, κυρίως λόγω αυξήσεων στα καύσιμα, η κατανάλωση πετρελαίου κίνησης όχι μόνο δεν έπεσε αλλά ανέβηκε 2%. Δηλαδή όλοι διαμαρτύρονται για την ακρίβεια, αλλά μόλις ανεβαίνει η τιμή ενός προϊόντος αυξάνεται αυτομάτως και η κατανάλωση του. Όπερ, θα ξεχάσουμε κι αυτά που ξέραμε. Το ένα τρίτο των νοικοκυριών στη χώρα μετά τις 20 του μήνα δεν έχουν λεφτά να περάσουν, αλλά η αγορά καινούριων αυτοκινήτων έκανε τον Μάιο νέο άλμα με αύξηση 3,6%. Αυτό πάλι που το πάτε; 

Θα πείτε ότι η αύξηση της κατανάλωσης πετρελαίου κίνησης δικαιολογείται εν μέρει από την έναρξη της τουριστικής σεζόν. Γέμισαν οι δρόμοι με τουριστικά λεωφορεία και βανάκια. Σύμφωνοι, αλλά η αγορά καινούριων αμαξιών πως δικαιολογείται; Αμ η ηρωική άρνηση των κερασιών να πέσουν κάτω από τα 5 ευρώ; Έγινε χαμός όταν πρωτοεμφανίστηκαν με 18 και 20 ευρώ το κιλό, αλλά ουδείς σχολιάζει το γεγονός ότι το ταληράκι αποδείχθηκε η… κόκκινη γραμμή τους. Κι αν το πετρέλαιο είναι ανελαστική δαπάνη για τον επαγγελματία, το κεράσι δεν είναι για τον περιπατητή της λαϊκής. Μπορεί να πάει στα βερίκοκα ή στα ροδάκινα, αν τα κεράσια του φανούν ακριβά.

Το πράγμα τελικά, είναι απλό μέσα στην πολυπλοκότητα του. Ο ελληνικός πληθωρισμός επιμένει, ακόμα κι εκεί που η ελεύθερη αγορά λειτουργεί απρόσκοπτα, διότι υπάρχουν αγοραστές. Στα διυλιστήρια, στις τριμερείς συναλλαγές των σούπερ-μάρκετ ή στην αγορά ενέργειας, ενδεχομένως η κυβέρνηση να μην κάνει όσα πρέπει, να μην ανοίγει επαρκώς την αγορά ή να μην κάνει ελέγχους για κερδοσκοπία. Αλλά στη λαϊκή και στο εστιατόριο ο ανταγωνισμός λειτουργεί και εκεί οι τιμές «κάθονται» ακριβώς στο σημείο όπου βρίσκουν πελατεία. 

Για να φάει ένα ζευγάρι στο κέντρο της Αθήνας με τα εκατοντάδες μαγαζιά το ένα δίπλα στ’ άλλο, χρειάζεται 60 ευρώ κατ’ ελάχιστον χωρίς εμφιαλωμένο κρασί. Όταν τα τραπέζια είναι γεμάτα -κι ας λένε οι μαγαζάτορες στις τηλεοράσεις ότι πάνε για λουκέτο- σημαίνει ότι υπάρχει πελατεία διατεθειμένη να πληρώσει 30 ευρώ το άτομο. Εκεί δεν υφίσταται θέμα κερδοσκοπίας, ο καθένας πουλά κατά βούληση και η αγορά ρυθμίζει πιο μαγαζί αντέχει και ποιο είναι άδειο. 

Το ίδιο και στην λαϊκή, όπου τα νωπά έχουν πάρει την ανηφόρα. Οι λαϊκατζήδες παίζουν τον ανταγωνισμό στα δάκτυλα. Στις 8 το πρωί το μαρούλι πουλιέται 0,75 το τεμάχιο, στις 11 κατεβαίνει στα 0,50, στη 13:30 το μεσημέρι παίρνεις τρία μαρούλια στο ευρώ. Ο παραγωγός ή ο έμπορος πρέπει να ξεπουλήσει, την άλλη μέρα δεν μπορεί να παρουσιάσει μαραμένα μαρούλια. Γιατί όμως δεν πουλά από το πρωί 3 κομμάτια στο ευρώ; Μα διότι ξέρει ότι υπάρχει πελατεία που θα πληρώσει 0,75 το ένα. 

Αυτή η λεγόμενη «ταχύτητα μετάδοσης» των αυξήσεων, που στην Ελλάδα είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, βρίσκει άσφαλτο και γκαζώνει. Δεν ξέρω αν αυτή η άσφαλτος είναι μαύρο χρήμα ή κρατικά επιδόματα που χορηγούνται αβέρτα, πάντως δίπλα στο νοικοκυριό που πιέζεται υπάρχει άλλο ένα που έχει (σχεδόν αδικαιολόγητη) ρευστότητα. Ξέρετε ότι στους μεγάλους φούρνους με τα πολλά είδη ψωμιού στη βιτρίνα τους, το 50% των πελατών αγοράζουν απλό λευκό ή χωριάτικο με 1,10 τα 350 γραμμάρια, αλλά υπάρχει κι άλλο ένα 50% των πελατών που παίρνουν προζυμένιο ή ολικής με μέση τιμή τα 5-6 ευρώ το κιλό; Κάτι γίνεται εδώ, αλλά τι;