Φανταστείτε, την άνοιξη του 1943, ένα πλοίο γεμάτο ξένους ακτιβιστές να κατέφθανε στον Πειραιά — ενώ ο λιμός είχε ήδη ρημάξει την Αθήνα και οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης φορτώνονταν στα τρένα του Άουσβιτς — απλά για να μας διδάξουν ηθική. Φανταστείτε αυτούς τους ίδιους ανθρώπους να εκφράζουν συμπάθεια προς τους Γερμανούς κατακτητές, ξεστομίζοντας «Ζήτω η Γερμανία!» απέναντι σε εξαντλημένους Έλληνες αντιστασιακούς.
Ή φανταστείτε την ίδια σκηνή τον Ιούλιο του 1974, με στόλο ξένων «παρατηρητών» να αράζει σε μια από της παράκτιες πόλεις την ώρα της τουρκικής εισβολής, με τα πληρώματά του να φωνάζουν «Νίκη στην Τουρκία!» απέναντι σε Ελληνοκύπριους στρατιώτες των οποίων οι συγγενείς αγνοούνταν στην Κερύνεια.
Πώς θα αντιδρούσαμε; Με αγανάκτηση, σίγουρα. Κάθε εφημερίδα θα κατέγραφε την πρόκληση· οι αρχές θα έπρεπε να συγκρατήσουν εξοργισμένους πολίτες. Κάτι παρόμοιο νιώθει σήμερα μεγάλο μέρος της ισραηλινής κοινωνίας μετά από ακόμη μία αρμάδα ξένων ακτιβιστών που έπλευσε προς τα παράλιά του όχι, όπως αποδείχθηκε, για να προσφέρει κυρίως ανθρωπιστική βοήθεια, αλλά για να ενοχλήσει, να επιπλήξει και να προσβάλει τους στρατιώτες του εν μέσω πολέμου.
Αυτό ήταν, για μένα, το πιο ενοχλητικό στοιχείο στα βίντεο που έγιναν viral αυτή την εβδομάδα, τα οποία έδειχναν μέλη του λεγόμενου «ανθρωπιστικού στολίσκου» προς τη Γάζα να συλλαμβάνονται από τις ισραηλινές αρχές.
Η προσοχή έχει στραφεί κυρίως στη συμπεριφορά του Υπουργού Εθνικής Ασφάλειας του Ισραήλ, Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ — και όχι αδικαιολόγητα. Η εικόνα του να εμφανίζεται μπροστά σε ακτιβιστές γονατισμένους, με τα χέρια δεμένα πίσω, και να τους χλευάζει, ήταν πράγματι προβληματική. Όχι επειδή οι προθέσεις των ακτιβιστών είναι κατ’ ανάγκην αθώες ή επειδή η υπόθεση του στολίσκου μπορεί να εξεταστεί αποκομμένη από τη Χαμάς, την 7η Οκτωβρίου και τον πόλεμο που ακολούθησε. Αλλά επειδή η εικόνα αυτή, από μόνη της, δημιουργεί πολιτικό και ηθικό πρόβλημα.
Ο Μπεν-Γκβιρ θα μπορούσε, σε αυτή τη σκηνή, να ήταν οποιοσδήποτε ισραηλινός αξιωματούχος. Και ακριβώς γι’ αυτό η εικόνα είναι τόσο επιβαρυντική. Για εμάς, τους Εβραίους της Διασποράς, που ειδικά μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου προσπαθούμε καθημερινά να υπερασπιστούμε το κράτος του Ισραήλ και τον εβραϊκό λαό σε δημόσιους χώρους όπου συχνά δεν υπάρχει καμία κατανόηση των ευαισθησιών, των ιδιαιτεροτήτων και της ιστορικής βαρύτητας της περιοχής, τέτοιες εικόνες κάνουν το έργο αυτό εξαιρετικά δυσκολότερο.
Η πολιτική επικοινωνία δεν λειτουργεί μόνο με βάση το πλαίσιο· λειτουργεί και με βάση την εικόνα. Και η συγκεκριμένη εικόνα έδωσε στους επικριτές του Ισραήλ ένα ακόμη εύκολο σύμβολο για να αφηγηθούν μια πολύ πιο απλοϊκή και συχνά άδικη ιστορία.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό ζήτημα, το οποίο τείνει να επισκιάζεται: η ίδια η παρουσία αυτών των ξένων αποστολών.
Πρόκειται για την αξιοσημείωτη υπεροψία ορισμένων ακτιβιστών, οι οποίοι πλέουν προς μια εμπόλεμη ζώνη γνωρίζοντας ήδη, σε μεγάλο βαθμό, ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. Η σύλληψη ή η αναχαίτισή τους δεν είναι παρά μια προϋπολογισμένη σκηνή, σχεδιασμένη ώστε να παραχθεί εικόνα, πολιτικό θέαμα και διεθνής διασυρμός του εβραϊκού κράτους.
Την ίδια στιγμή, όμως, το Ισραήλ βρίσκεται σε ανοιχτή σύγκρουση τουλάχιστον με μια τρομοκρατική οργάνωση, που δρα μέσα από αστικές περιοχές και χρησιμοποιεί συστηματικά τον άμαχο πληθυσμό ως ανθρώπινη ασπίδα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα ότι ξένες αποστολές μπορούν απλώς να πλεύσουν προς τη Γάζα, παρακάμπτοντας τις ισραηλινές αρχές, χωρίς σοβαρό έλεγχο, χωρίς συντονισμό και χωρίς να δημιουργήσουν τεράστιους κινδύνους ασφαλείας, είναι τουλάχιστον αφελής — αν όχι πολιτικά προσχηματική.
Ας φανταστούμε, για μια στιγμή, ότι ο ισραηλινός στρατός άφηνε αυτόν τον στολίσκο να φτάσει ανεμπόδιστα στη Γάζα, ακόμη και αν δεχθούμε ότι μετέφερε κυρίως και πράγματι ανθρωπιστική βοήθεια. Πόση ώρα θα επιβίωνε μια τέτοια αποστολή μέσα σε μια ενεργή εμπόλεμη ζώνη; Και ποιος θα αναλάμβανε την ευθύνη αν κάτι πήγαινε στραβά;
Σε ένα από τα βίντεο, μία κρατούμενη ακούγεται να φωνάζει «Free Palestine!». Αξίζει να αναλογιστούμε τι σημαίνει αυτό το σύνθημα όταν εκφέρεται απέναντι σε άνδρες και γυναίκες των οποίων η χώρα δέχθηκε εισβολή στο όνομα (φαινομενικά) της «Παλαιστίνης» λιγότερο από τρία χρόνια πριν· σε ανθρώπους των οποίων συμπολίτες — ίσως και αγαπημένα πρόσωπα — βιάστηκαν, δολοφονήθηκαν, απήχθησαν και κάηκαν ζωντανοί κάτω από τη σημαία της Παλαιστίνης. Η αγανάκτηση για τον Μπεν-Γκβιρ είναι (κάπως) κατανοητή, αλλά κινδυνεύει να μας αποπροσανατολίσει από ένα ευρύτερο ηθικό πρόβλημα: τη διδαχή μαθημάτων προς ένα έθνος εν πολέμω από ανθρώπους που οι ίδιοι δεν έχουν βιώσει πόλεμο.
Συμφωνούν οι περισσότεροι ότι ο Μπεν-Γκβιρ συμπεριφέρθηκε άσχημα· ακόμη και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου τον επέκρινε. Οι ακτιβιστές του στολίσκου, στην «ανθρωπιστική» τους αποστολή προς τη Γάζα, αναχαιτίστηκαν φυσικά και όπως άρμοζε από ισραηλινούς καταδρομείς σε διεθνή ύδατα μεταξύ Κύπρου και Γάζας, τη Δευτέρα και την Τρίτη. Μεταφέρθηκαν στο Ισραήλ προς διεκπεραίωση. Δεν θα έπρεπε να είχαν βιντεοσκοπηθεί ούτε να είχαν εκτεθεί δημοσίως. Το Ισραήλ απλώς θα έπρεπε να είχε καταγράψει τα στοιχεία τους και να τους επιστρέψει στις χώρες τους.
Παρ’ όλα αυτά, η αντίδραση μερίδας ισραηλινών στρατιωτών και πολιτικών απέναντι σε ξένους που, εντός εμπόλεμης ζώνης, εκφράζουν αλληλεγγύη προς την άλλη πλευρά, δεν είναι ακατανόητη. Το να ταξιδεύει κανείς προς μια εμπόλεμη ζώνη με την προσδοκία να βρεθεί στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής, ενώ μια χώρα παλεύει για την επιβίωσή της, προϋποθέτει μια ιδιαίτερα έντονη αίσθηση επιφανειακής προβολής.
Στα βίντεο διακρίνει κανείς ακτιβιστές παρασυρμένους από μια αίσθηση ηθικής αποστολής, που τους κάνει να διεκδικούν πρωταγωνιστικό ρόλο στον αγώνα ενός ξένου έθνους — αυτό που οι αναλυτές αποκαλούν πλέον «σύνδρομο του κεντρικού χαρακτήρα». Υπάρχει κάτι στη σύγχρονη δυτική νοοτροπία, μια σχεδόν θρησκευτική λατρεία της προσωπικής έκφρασης και της ηθικής αυτοπροβολής, που γεννά γενιές οι οποίες τοποθετούν τον εαυτό τους στο κέντρο πολέμων άλλων λαών — ποστάροντας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενώ πλέουν προς εμπόλεμη ζώνη.
Στη συνέχεια έρχεται και το ζήτημα της παραπληροφόρησης. Από τα μηνύματα που εξέπεμπαν οι ακτιβιστές, θα μπορούσε κανείς να σχηματίσει την εντύπωση ότι αυτοί και μόνο αυτοί ήταν σε θέση να ανακουφίσουν τους κατοίκους της Γάζας. Στην πραγματικότητα, η εν λόγω αποστολή δεν παρέδωσε καμία βοήθεια στη Γάζα. Παράλληλα, σημαντικός όγκος βοήθειας έχει εισέλθει στον θύλακα μέσω χερσαίων διαδρομών που εποπτεύονται από το Ισραήλ.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, εκατοντάδες φορτηγά ανθρωπιστικής βοήθειας εισέρχονται κάθε εβδομάδα στη Γάζα — μόνο στις πρώτες δεκαοκτώ ημέρες του Μαΐου 2026, πάνω από 2.700 φορτηγά εισήλθαν στη Γάζα μέσω των ισραηλινά εποπτευόμενων περασμάτων. Όσο μέρος του διεθνούς ακτιβισμού καταγγέλλει εσφαλμένα το Ισραήλ για «γενοκτονική πολιορκία», το ίδιο το Ισραήλ συντονίζει την παροχή τροφίμων, νερού και φαρμάκων. Είναι παραπλανητικό, λοιπόν, να παρουσιάζονται οι ακτιβιστές ως οι αποκλειστικοί «σωτήρες» της Γάζας και το Ισραήλ ως ο μοναδικός υπεύθυνος της δυστυχίας της.
Είναι κατανοητή, εν τέλει, η οργή των Ισραηλινών όταν τέτοιες αφηγήσεις διαδίδονται για το έθνος τους — και μάλιστα τη στιγμή που αυτό αντιμετωπίζει ισλαμιστικές οργανώσεις όπως η Χαμάς και η Χεζμπολάχ, καθώς και την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν που τις στηρίζει. Αν δεν θέλει κανείς να βρεθεί υπό κράτηση σε εμπόλεμη ζώνη, η απλούστερη λύση είναι να μην ταξιδέψει σε εμπόλεμη ζώνη. Υπάρχουν πιο ουσιαστικοί και λιγότερο επιδεικτικοί τρόποι να εκφράσει κανείς το ενδιαφέρον του για τα ανθρώπινα δεινά και να προσφέρει βοήθεια που άμεσα θα βοηθήσει τα θύματα του πολέμου.
Δεν τοποθετούμαι υπέρ ή κατά καμίας πλευράς. Αυτό που επιχειρώ είναι να παρουσιάσω και να αναλύσω τα γεγονότα, λαμβάνοντας υπόψη και την επικοινωνιακή τους διάσταση.
* Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι ιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Group of Verified Intelligence και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας έχει δραστηριοποιηθεί σε μια σειρά από μεγάλους οργανισμούς, όπου ηγήθηκε ομάδων ψηφιακής επικοινωνίας, αξιοποιώντας digital analytics και insights, ώστε Διευθύνοντες Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές και ακόμα Υπουργοί της βρετανικής κυβέρνησης να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες και αποτελεσματικές αποφάσεις.
Έχει διατελέσει Digital Strategy Manager στο National Lottery του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο το 2016, εργάστηκε στο Υπουργείο
Παιδείας της Αγγλίας την περίοδο της πανδημίας και, στη συνέχεια, ανέλαβε τον ρόλο του Global Brand Analytics Lead στη Shell, την πετρελαϊκή εταιρεία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο, με καταγωγή από την Κεφαλονιά. Είναι ενεργό μέλος του Jewish Diplomatic Corps του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου, όπου συμβάλλει στην παγκόσμια εβραϊκή διπλωματική δράση, με έμφαση στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και του αντισιωνισμού.
