Η αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν εκτιμήθηκε αρχικά από την Ουάσινγκτον ως μια εξέλιξη που θα επιτάχυνε τον αφοπλισμό της Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας. Ωστόσο, περισσότερο από δύο μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, αμερικανικές και αραβικές πηγές παραδέχονται ότι το αποτέλεσμα ήταν τελικά το αντίθετο.
Λίγες ημέρες πριν από το ξέσπασμα του πολέμου, στις 19 Φεβρουαρίου, το διεθνές πάνελ υπό αμερικανική ηγεσία — γνωστό ως Συμβούλιο της Ειρήνης — είχε εξασφαλίσει δεσμεύσεις ύψους 17 δισ. δολαρίων για ανθρωπιστική βοήθεια και ανοικοδόμηση της Γάζας, υπό τον όρο ότι η Χαμάς θα εγκατέλειπε τον οπλισμό της.
Η εξέλιξη αυτή θεωρήθηκε τότε ένδειξη ότι η διεθνής πίεση προς τη Χαμάς αυξανόταν. Ωστόσο, ο πόλεμος με το Ιράν άλλαξε άμεσα τις προτεραιότητες στην περιοχή. Χώρες του Κόλπου που είχαν δεσμευτεί να προσφέρουν σημαντική οικονομική βοήθεια βρέθηκαν αντιμέτωπες με ιρανικά αντίποινα και πλέον φαίνεται να στρέφουν περισσότερους πόρους στην άμυνά τους.
Αμερικανός αξιωματούχος είχε δηλώσει λίγες ημέρες μετά την έναρξη των επιχειρήσεων ότι η Χαμάς παρακολουθούσε την αποδυνάμωση της Τεχεράνης και κατανοούσε πως έχανε τον βασικό της σύμμαχο. Η εκτίμηση αυτή, ωστόσο, δεν επιβεβαιώθηκε.
Σύμφωνα με Άραβα διπλωμάτη που συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις, η Χαμάς εμφανίζεται πλέον πιο σκληρή στις συνομιλίες για τον αφοπλισμό της, θεωρώντας ότι το Ιράν άντεξε την πίεση και διατήρησε διαπραγματευτικά χαρτιά — κυρίως το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Ακολουθώντας παρόμοια τακτική, η Χαμάς καθυστερεί τις συνομιλίες χωρίς να απορρίπτει επίσημα τις προτάσεις. Στις αρχές Απριλίου υπέβαλε αντιπρόταση που δεν κάλυπτε τις βασικές απαιτήσεις του διεθνούς πάνελ, ενώ πλέον ζητά νέα καθυστέρηση έως την ολοκλήρωση των εσωτερικών εκλογών της ηγεσίας της.
Την ίδια ώρα, ο ειδικός απεσταλμένος του «Συμβουλίου της Ειρήνης» για τη Γάζα, Νικολάι Μλαντένοφ, προειδοποίησε ότι η Χαμάς ενισχύει τη θέση της στη Γάζα, καθυστερώντας παράλληλα τις διαδικασίες ανοικοδόμησης του παλαιστινιακού θύλακα.
