Ο Πόλεμος των Έξι Ημερών: Η Ιερουσαλήμ, η επιβίωση και η στρατηγική δικαίωση του Ισραήλ
AP Photo/Government Press Office, File
AP Photo/Government Press Office, File

Ο Πόλεμος των Έξι Ημερών: Η Ιερουσαλήμ, η επιβίωση και η στρατηγική δικαίωση του Ισραήλ

Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που συμπυκνώνουν αιώνες μνήμης μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Μία από αυτές είναι η εικόνα των Ισραηλινών αλεξιπτωτιστών που φτάνουν στο Δυτικό Τείχος τον Ιούνιο του 1967. Για τον εβραϊκό λαό, η Ιερουσαλήμ δεν είναι απλώς μια πόλη. Είναι η προσευχή της διασποράς, το κέντρο της βιβλικής μνήμης, το σημείο όπου η ιστορία, η πίστη και η κρατική συνείδηση συναντιούνται.

Η επανένωση της Ιερουσαλήμ υπό ισραηλινό έλεγχο υπήρξε μία από τις πιο φορτισμένες στιγμές της σύγχρονης εβραϊκής ιστορίας. Αλλά αν αυτή ήταν η συναισθηματική κορυφή του 1967, δεν ήταν το σύνολο της σημασίας του. Η Ιερουσαλήμ ήταν το σύμβολο. Η επιβίωση ήταν ο σκοπός. Και η στρατηγική δικαίωση ήταν το αποτέλεσμα.

Όσοι περιγράφουν ακόμη τον Πόλεμο των Έξι Ημερών ως πόλεμο ισραηλινής επιθετικότητας παρακάμπτουν τη χρονολογία των ίδιων των γεγονότων. Στα μέσα Μαΐου του 1967, ο Νάσερ κινητοποίησε αιγυπτιακές δυνάμεις στο Σινά. Ακολούθησε το αίτημα αποχώρησης της UNEF, της δύναμης του ΟΗΕ που είχε αναπτυχθεί στη χερσόνησο από τα τέλη του 1956 και λειτουργούσε έκτοτε ως ζώνη ανάσχεσης ανάμεσα σε Αίγυπτο και Ισραήλ. Πολύ γρήγορα το μέτωπο βρέθηκε ξανά γυμνό, με αιγυπτιακές δυνάμεις απέναντι από ισραηλινές μονάδες.

Στις 22 Μαΐου η Αίγυπτος ανήγγειλε το κλείσιμο των Στενών του Τιράν στα πλοία υπό ισραηλινή σημαία και σε όσα μετέφεραν στρατηγικά φορτία προς το λιμάνι του Έιλατ, με ισχύ από τις 23 Μαΐου. Επρόκειτο για κίνηση που το ίδιο το Ισραήλ, διά της Γκόλντα Μέιρ στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Μάρτιο του 1957, είχε δημοσίως δηλώσει ότι θα θεωρούσε ισοδύναμη με πράξη πολέμου, και που η ίδια η Ουάσιγκτον αντιμετώπισε ως κρίση μείζονος σημασίας-με τον πρόεδρο Τζόνσον να μιλά αργότερα για «τη μία αυθαίρετη και επικίνδυνη απόφαση» που πυροδότησε τον πόλεμο.

Στις 30 Μαΐου, ο βασιλιάς Χουσεΐν της Ιορδανίας πέταξε στο Κάιρο και υπέγραψε αμυντικό σύμφωνο με τον Νάσερ, θέτοντας τις ιορδανικές δυνάμεις υπό αιγυπτιακή διοίκηση, ενώ στις 31 Μαΐου προσχώρησε και το Ιράκ. Η δημόσια ρητορική των αραβικών ηγεσιών εκείνες τις ημέρες δεν μιλούσε για συμβιβασμό αλλά για εξαφάνιση: ο Νάσερ είχε δηλώσει στις 26 Μαΐου ότι «ο βασικός μας στόχος θα είναι η καταστροφή του Ισραήλ», ενώ ο Ιρακινός πρόεδρος Άρεφ ανακοίνωσε στις 31 Μαΐου ότι «ο στόχος μας είναι σαφής—να σβήσουμε το Ισραήλ από τον χάρτη».

Αυτή δεν ήταν μια συνηθισμένη διπλωματική κρίση. Ήταν μια υπαρξιακή αναμέτρηση για ένα μικρό κράτος, με στενή παράκτια λωρίδα, περιορισμένο στρατηγικό βάθος και πληθυσμιακή και γεωγραφική ευαλωτότητα, που μόλις δύο δεκαετίες νωρίτερα είχε γεννηθεί μέσα από τα ερείπια του Ολοκαυτώματος και του πολέμου του 1948. Το Ισραήλ του 1967 δεν είχε την πολυτέλεια των μεγάλων χωρών που απορροφούν το πρώτο χτύπημα και μετά ανασυγκροτούνται. Η καρδιά του βρισκόταν πάντοτε κοντά στις πρώτες γραμμές. Για μια τέτοια χώρα, το να αγνοήσει τη συγκέντρωση εχθρικών στρατών, την απογύμνωση της ζώνης ασφαλείας και τον ναυτικό αποκλεισμό θα ήταν όχι υπευθυνότητα, αλλά κρατική αμέλεια.

Ακριβώς γι’ αυτό ο Πόλεμος των Έξι Ημερών δεν πρέπει να διαβαστεί ως φαντασίωση επέκτασης, αλλά ως προληπτική αυτοάμυνα υπό συνθήκες άμεσης απειλής. Η αμερικανική διπλωματική τεκμηρίωση είναι αποκαλυπτική: η κυβέρνηση Τζόνσον κατέγραφε ότι η διεθνής προσπάθεια να απαντήσει αποτελεσματικά στο κλείσιμο των Στενών του Τιράν δεν προχωρούσε, ενώ ταυτόχρονα αναγνώριζε ότι η μόνιμη αποδοχή αυτού του κλεισίματος θα αποτελούσε για το Ισραήλ οικονομικό και πολιτικό πλήγμα από το οποίο δεν θα ανέκαμπτε εύκολα και θα ενθάρρυνε ακόμη πιο επικίνδυνες αραβικές πιέσεις στο μέλλον. Με απλά λόγια, η αναμονή δεν ήταν ουδετερότητα· ήταν παράδοση της πρωτοβουλίας στον αντίπαλο. Για ένα κράτος χωρίς στρατηγικό βάθος, η αποτροπή, η πληροφορία και η προληπτική ενέργεια δεν είναι ιδεολογία επιθετικότητας. Είναι δόγμα επιβίωσης.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ηθική διαστρέβλωση όσων κατηγορούν αναδρομικά το Ισραήλ. Μιλούν σαν να είχε το εβραϊκό κράτος υποχρέωση να δεχθεί πρώτο πλήγμα για να ικανοποιήσει τη διπλωματική άνεση τρίτων. Καμία κυρίαρχη δημοκρατία δεν έχει ηθικό καθήκον να περιμένει την ίδια της την καταστροφή για να πείσει τους παρατηρητές ότι κινδυνεύει πράγματι. Πάνω από όλα, η ίδια η ισραηλινή κυβέρνηση πρόσφερε εγγράφως, μόλις εννιά ημέρες μετά το τέλος του πολέμου, με την κυβερνητική

Απόφαση 563 της 19ης Ιουνίου 1967, την αποχώρηση από το Σινά και το Γκολάν με αντάλλαγμα την ειρήνη και την αποστρατιωτικοποίηση των περιοχών-προσφορά που ο Αμπά Έμπαν μετέφερε στον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Ντιν Ρασκ στις 21 Ιουνίου 1967. Η αραβική απάντηση δόθηκε τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου στη Σύνοδο του Χαρτούμ, με τα τρία περίφημα «Όχι»: όχι ειρήνη, όχι αναγνώριση, όχι διαπραγμάτευση. Η ουσία δεν ήταν, λοιπόν, η κατάκτηση ως αυτοσκοπός. Ήταν η αποτροπή του στραγγαλισμού και η αποσύνθεση μιας συγκεντρωμένης απειλής.

Η Ιερουσαλήμ, βεβαίως, έδωσε στη νίκη την ψυχή της. Από τον Μάιο του 1948 έως τον Ιούνιο του 1967, η Παλιά Πόλη και οι ιεροί τόποι βρίσκονταν υπό ιορδανικό έλεγχο, και οι Εβραίοι αποκλείστηκαν παντελώς από την πρόσβαση στο Δυτικό Τείχος, σε ευθεία παραβίαση του Άρθρου VIII της Συμφωνίας Ανακωχής Ισραήλ-Ιορδανίας της 3ης Απριλίου 1949, που προέβλεπε «ελεύθερη πρόσβαση στους ιερούς τόπους».

Πενήντα οκτώ συναγωγές στην εβραϊκή συνοικία της Παλιάς Πόλης καταστράφηκαν ή βεβηλώθηκαν. Στο εβραϊκό νεκροταφείο του Όρους των Ελαιών, χιλιάδες ταφόπλακες αποσπάστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για την επίστρωση δρόμων και την κατασκευή στρατιωτικών εγκαταστάσεων του ιορδανικού στρατού. Έτσι, η επιστροφή εκεί τον Ιούνιο του 1967 δεν ήταν ούτε περιφερειακή λεπτομέρεια ούτε απλώς θρησκευτικό στιγμιότυπο. Ήταν ιστορική αποκατάσταση. Ήταν η επανάκτηση πρόσβασης στο πιο βαθιά φορτισμένο σημείο της εβραϊκής μνήμης από έναν λαό που δεν εισέβαλε σε ξένη ιστορία, αλλά επέστρεφε στο κέντρο της δικής του.

Η επιστροφή στην Ιερουσαλήμ ήταν η ψυχή του 1967. Αλλά η επιβίωση του Ισραήλ ήταν το στρατηγικό του νόημα.

Το πρώτο μεγάλο στρατηγικό επίτευγμα της νίκης ήταν ότι το Ισραήλ έσπασε οριστικά την αυταπάτη πως μπορούσε να εξαφανιστεί μέσω συνδυασμένης αραβικής πίεσης. Η ισραηλινή προληπτική αεροπορική ενέργεια κατέστρεψε αποφασιστικά την αιγυπτιακή αεροπορία ήδη από την αρχή του πολέμου, ενώ στη συνέχεια το Ισραήλ νίκησε την Αίγυπτο, την Ιορδανία και τη Συρία σε έξι ημέρες. Μετά το 1967, ακόμη και οι πιο εχθρικοί δρώντες δεν μπορούσαν πια να αντιμετωπίζουν το Ισραήλ ως ένα προσωρινό μετα-1948 ατύχημα της ιστορίας. Έπρεπε να υπολογίζουν ότι απέναντί τους είχαν ένα κράτος με πληροφοριακή επάρκεια, στρατιωτική οργάνωση, εσωτερική συνοχή και πολιτική βούληση να αμυνθεί αποφασιστικά. Και αυτή είναι η ουσία της αποτροπής: όχι η λατρεία της δύναμης, αλλά η μείωση του πειρασμού του αντιπάλου να δοκιμάσει ξανά την εξόντωση.

Το δεύτερο στρατηγικό επίτευγμα ήταν το ζήτημα των αμυντικών γραμμών. Το Σινά έδωσε απόσταση από τον κύριο αιγυπτιακό όγκο και αργότερα αποδείχθηκε το καίριο χαρτί για τη συμφωνία ειρήνης με την Αίγυπτο. Τα Υψίπεδα του Γκολάν είχαν άμεση στρατιωτική σημασία, διότι η δυτική τους κορυφογραμμή δέσποζε πάνω από την κοιλάδα Χούλα, τη Θάλασσα της Γαλιλαίας και την άνω κοιλάδα του Ιορδάνη, από όπου επί χρόνια ισραηλινοί άμαχοι δέχονταν πυρά ελεύθερων σκοπευτών και πυροβολικού.

Στις 7 Απριλίου 1967, μόλις δύο μήνες πριν τον πόλεμο, πάνω από τριακόσιες συριακές οβίδες έπεσαν στο κιμπούτς Γκαντότ μέσα σε σαράντα λεπτά. Η Δυτική Όχθη, ή καλύτερα η Ιουδαία και η Σαμάρεια, άλλαξε επίσης ριζικά την εξίσωση ασφαλείας γύρω από την Ιερουσαλήμ και την εξαιρετικά στενή κεντρική παράκτια λωρίδα του Ισραήλ, την περιοχή όπου συγκεντρωνόταν η καρδιά της ισραηλινής κοινωνίας και οικονομίας. Ναι, όλα αυτά δημιούργησαν αργότερα πολιτικά και διπλωματικά διλήμματα. Αλλά τον Ιούνιο του 1967 η άμεση σημασία τους ήταν αμυντική, όχι ρομαντικά επεκτατική.

Το τρίτο στρατηγικό επίτευγμα ήταν ότι η νίκη του 1967 άνοιξε τον δρόμο όχι για αιώνια κατοχή ως αυτοσκοπό, αλλά για διπλωματία από θέση ισχύος. Το κλασικό παράδειγμα είναι το Σινά. Οι Συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ τον Σεπτέμβριο του 1978, η συνθήκη ειρήνης Αιγύπτου-Ισραήλ τον Μάρτιο του 1979 και η πλήρης ισραηλινή αποχώρηση από τη χερσόνησο, που ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο του 1982, οδήγησαν στην επιστροφή ολόκληρου του Σινά στην Αίγυπτο και στην εγκαθίδρυση κανονικών διπλωματικών σχέσεων. Αυτό το ιστορικό προηγούμενο διαψεύδει το στερεότυπο ότι το Ισραήλ ενδιαφερόταν μόνο να κρατήσει γη για χάρη της γης. Όπου υπήρξε πραγματική ειρήνη, αναγνώριση και απτές εγγυήσεις ασφαλείας, το Ισραήλ έκανε ιστορικές παραχωρήσεις. Όπου η ειρήνη έμενε σύνθημα χωρίς αξιοπιστία, επέλεξε επιφυλακτικότητα. Όχι μόνο από ιδεολογία, αλλά από σκληρή εμπειρία ασφαλείας.

Το τέταρτο επίτευγμα του 1967 ήταν ψυχολογικό και πολιτικό: εξανάγκασε τη Μέση Ανατολή να αντιμετωπίσει τη μονιμότητα του Ισραήλ. Η ίδια η αμερικανική διπλωματία έβλεπε μετά τον πόλεμο ως κεντρικό ερώτημα το αν οι Άραβες θα παρέμεναν σε στάση διαρκούς εχθρότητας ή αν θα αναδυόταν μια διευθέτηση στην οποία το Ισραήλ θα γινόταν αποδεκτό ως κράτος της Μέσης Ανατολής. Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα μεγάλα ιστορικά κέρδη του 1967: όχι ότι έσβησε τη σύγκρουση, αλλά ότι μετέβαλε τους όρους της. Η επιστροφή των Εβραίων στην ιστορία δεν θα γινόταν πια ως παθητική ύπαρξη προς εκκαθάριση, αλλά ως κυρίαρχη δύναμη που μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της.

Ασφαλώς, η νίκη του 1967 δεν έλυσε τα πάντα. Άνοιξε το παλαιστινιακό ζήτημα σε νέα κλίμακα, δημιούργησε επιπλέον πίεση γύρω από τα εδάφη, φόρτισε ακόμη περισσότερο το μέλλον της Ιερουσαλήμ και έβαλε το Ισραήλ μπροστά σε μια μακρά και συχνά επώδυνη ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια και τη διπλωματία. Όμως η ύπαρξη αυτών των μεταγενέστερων πολιτικών δυσκολιών δεν ακυρώνει τη δικαιοσύνη της αρχικής στρατηγικής πράξης. Το γεγονός ότι η νίκη του 1967 δημιούργησε δύσκολα πολιτικά ερωτήματα δεν σημαίνει ότι η ίδια η νίκη ήταν άδικη. Σημαίνει ότι η επιβίωση ενός κράτους μέσα σε εχθρικό περιβάλλον σπάνια παράγει καθαρές και εύκολες λύσεις.

Γι’ αυτό και ο Πόλεμος των Έξι Ημερών δεν πρέπει να θυμάται μόνο ως η ημέρα που οι Εβραίοι επέστρεψαν στις πέτρες του παρελθόντος τους. Πρέπει να θυμάται και ως η στιγμή που ένα μικρό δημοκρατικό κράτος αρνήθηκε να στραγγαλιστεί από εχθρικούς γείτονες, διέλυσε μια άμεση στρατιωτική απειλή, αποκατέστησε την αποτροπή του και επέβαλε στη γύρω περιοχή να αναγνωρίσει ότι δεν ήταν προσωρινό πείραμα αλλά μόνιμη κυρίαρχη πραγματικότητα. Η Ιερουσαλήμ ήταν η καρδιά του 1967. Η αυτοάμυνα ήταν η ηθική του βάση. Η αποτροπή ήταν το στρατηγικό του επίτευγμα. Και η επιβίωση του Ισραήλ ήταν η μεγάλη ιστορική του δικαίωση.


* Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι ιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Group of Verified Intelligence και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας έχει δραστηριοποιηθεί σε μια σειρά από μεγάλους οργανισμούς, όπου ηγήθηκε ομάδων ψηφιακής επικοινωνίας, αξιοποιώντας digital analytics και insights, ώστε Διευθύνοντες Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές και ακόμα Υπουργοί της βρετανικής κυβέρνησης να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες και αποτελεσματικές αποφάσεις.

Έχει διατελέσει Digital Strategy Manager στο National Lottery του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο το 2016, εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας της Αγγλίας την περίοδο της πανδημίας και, στη συνέχεια, ανέλαβε τον ρόλο του Global Brand Analytics Lead στη Shell, την πετρελαϊκή εταιρεία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο, με καταγωγή από την Κεφαλονιά. Είναι ενεργό μέλος του Jewish Diplomatic Corps του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου, όπου συμβάλλει στην παγκόσμια εβραϊκή διπλωματική δράση, με έμφαση στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και του αντισιωνισμού.