Η προσπάθεια της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να μετατρέψει την πρόσφατη εκεχειρία με το Ιράν σε μια μόνιμη συμφωνία ειρήνης αποδεικνύεται ήδη εξίσου δύσκολη με τον ίδιο τον πόλεμο.
Οι συνομιλίες που ξεκίνησαν στην Ελβετία υπό τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς αποσκοπούν στη μετατροπή του μνημονίου κατανόησης που υπεγράφη την περασμένη εβδομάδα σε οριστική διευθέτηση. Η συμφωνία προβλέπει παύση των εχθροπραξιών, επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και οικονομικά κίνητρα προς την Τεχεράνη, με αντάλλαγμα τη δέσμευση ότι δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα. Ωστόσο, κρίσιμα ζητήματα, όπως το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος και των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου, παραπέμπονται σε διαπραγματεύσεις διάρκειας 60 ημερών.
Το Κατάρ και το Πακιστάν, που μεσολαβούν στις συνομιλίες, έκαναν λόγο για «θετικό και εποικοδομητικό κλίμα» και για «ενθαρρυντική πρόοδο», ανακοινώνοντας ότι συμφωνήθηκε οδικός χάρτης για την επίτευξη τελικής συμφωνίας.
Παρά ταύτα, όπως αναφέρει το CNN, οι ίδιες στρατηγικές πιέσεις που χαρακτήρισαν τον πόλεμο απειλούν πλέον και την ειρηνευτική διαδικασία. Το Ιράν επιχειρεί να αξιοποιήσει τη νέα διαπραγματευτική του ισχύ, προχωρώντας σε κινήσεις που αμφισβητούν το πλαίσιο της συμφωνίας, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ απάντησε με νέες προειδοποιήσεις περί χρήσης βίας.
Παράλληλα, η ένταση μεταξύ Ισραήλ και Ιράν με επίκεντρο τον Λίβανο απειλεί να εκτροχιάσει τις συνομιλίες. Η Τεχεράνη πιέζει για πλήρη παύση των ισραηλινών επιχειρήσεων κατά της Χεζμπολάχ, δοκιμάζοντας παράλληλα την ικανότητα της Ουάσιγκτον να επηρεάσει την κυβέρνηση Νετανιάχου.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η συμφωνία αντιμετωπίζει σπάνια δικομματική κριτική. Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί εκφράζουν ανησυχίες ότι η Ουάσιγκτον παραχώρησε υπερβολικά ανταλλάγματα, όπως η προσωρινή χαλάρωση κυρώσεων και η προώθηση οικονομικής στήριξης προς το Ιράν, χωρίς επαρκείς εγγυήσεις.
Παρά τις αμφιβολίες, η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί ότι η διατήρηση της συμφωνίας αποτελεί την καλύτερη εναλλακτική απέναντι στην επιστροφή σε μια σύγκρουση που θα μπορούσε να προκαλέσει νέες ανθρώπινες απώλειες, να αποσταθεροποιήσει εκ νέου τη Μέση Ανατολή και να επιβαρύνει την παγκόσμια οικονομία.
Ωστόσο, τα πρώτα δείγματα δείχνουν ότι η ειρήνη ίσως αποδειχθεί εξίσου δύσκολη υπόθεση με τον πόλεμο που προηγήθηκε.
