Το επόμενο «Στενό του Ορμούζ» είναι η Ταϊβάν
shutterstock
shutterstock
Γ. Ατσαλάκης

Το επόμενο «Στενό του Ορμούζ» είναι η Ταϊβάν

Στην επόμενη κρίση ενδέχεται να σταματήσουν να «σκέφτονται» οι μηχανές καθώς οι ημιαγωγοί αντικαθιστούν το πετρέλαιο ως το σημαντικότερο στρατηγικό αγαθό του 21ου αιώνα. Για περισσότερο από μισό αιώνα, όταν οι αναλυτές μιλούσαν για τη μεγαλύτερη γεωπολιτική απειλή προς την παγκόσμια οικονομία, αναφέρονταν σχεδόν πάντοτε στα Στενά του Ορμούζ.

Το στενό πέρασμα ανάμεσα στο Ιράν και το Ομάν, από το οποίο διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου, θεωρήθηκε το σημαντικότερο «σημείο συμφόρησης» της παγκόσμιας οικονομίας. Κάθε κρίση στην περιοχή προκαλούσε άνοδο στις τιμές της ενέργειας, πληθωρισμό, αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές και αβεβαιότητα στις διεθνείς μεταφορές.

Σήμερα όμως, καθώς ο κόσμος εισέρχεται στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, της ψηφιακής οικονομίας και της βιομηχανίας 4.0, ένα νέο σημείο συμφόρησης αναδύεται. Δεν βρίσκεται στη Μέση Ανατολή. Βρίσκεται στην Ανατολική Ασία. Και το όνομά του είναι Ταϊβάν.

Η ιστορία της παγκόσμιας οικονομίας είναι στην πραγματικότητα η ιστορία της διαδοχής των στρατηγικών πόρων. Τον 19ο αιώνα ήταν ο άνθρακας. Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχαν σιδηρόδρομοι, ατμόπλοια, χαλυβουργίες και βιομηχανικές αυτοκρατορίες. Ο άνθρακας μετέτρεψε τη μυϊκή δύναμη σε βιομηχανική παραγωγή και τη βιομηχανική παραγωγή σε οικονομική και στρατιωτική ισχύ.

Τον 20ό αιώνα τη θέση του άνθρακα κατέλαβε το πετρέλαιο. Το πετρέλαιο έγινε το καύσιμο των αυτοκινήτων, των αεροσκαφών, των δεξαμενόπλοιων, των σύγχρονων στρατών και της παγκόσμιας βιομηχανίας. Ο έλεγχός του καθόρισε πολέμους, πραξικοπήματα, συμμαχίες και ενεργειακές κρίσεις. Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 απέδειξε ότι ένας περιορισμός στις ενεργειακές ροές μπορούσε να παραλύσει ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.

Στον 21ο αιώνα όμως ο στρατηγικός πόρος αλλάζει ξανά. Δεν είναι πλέον το πετρέλαιο. Είναι οι προηγμένοι ημιαγωγοί. Τα μικροτσίπ δεν αποτελούν απλώς εξαρτήματα ηλεκτρονικών συσκευών. Είναι το νευρικό σύστημα της σύγχρονης οικονομίας. Βρίσκονται μέσα στα κινητά τηλέφωνα, στους υπολογιστές, στα αυτοκίνητα, στα εργοστάσια, στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, στα τραπεζικά συστήματα, στους δορυφόρους, στους πυραύλους, στα drones, στους υπερυπολογιστές και στα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Χωρίς αυτά, η σύγχρονη οικονομία δεν σταματά απλώς να αναπτύσσεται· αρχίζει να δυσλειτουργεί.

Η πανδημία μάς έδωσε μια πρώτη γεύση αυτής της πραγματικότητας. Η έλλειψη ημιαγωγών προκάλεσε καθυστερήσεις στην παραγωγή αυτοκινήτων, εκτόξευσε τις τιμές των μεταχειρισμένων οχημάτων και αποκάλυψε πόσο εξαρτημένες είναι οι βιομηχανίες από ένα προϊόν που οι περισσότεροι καταναλωτές αγνοούσαν μέχρι τότε. Εκείνη η κρίση δεν οφειλόταν σε πόλεμο αλλά σε διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η επόμενη όμως ίσως έχει πολύ βαθύτερα γεωπολιτικά χαρακτηριστικά.

Στο επίκεντρο αυτού του νέου γεωοικονομικού συστήματος βρίσκεται η Taiwan Semiconductor Manufacturing Company (TSMC). Αν η Apple, η Nvidia, η AMD και η Qualcomm σχεδιάζουν το μέλλον της ψηφιακής τεχνολογίας, η TSMC είναι εκείνη που το κατασκευάζει. Η εταιρεία παράγει τη συντριπτική πλειονότητα των πιο προηγμένων μικροτσίπ του κόσμου, τα οποία χρησιμοποιούνται στους υπερυπολογιστές, στα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, στους εξυπηρετητές δεδομένων, στα έξυπνα τηλέφωνα και στις στρατιωτικές εφαρμογές.

Η παραγωγή αυτών των μικροτσίπ δεν μπορεί να μεταφερθεί εύκολα αλλού. Ένα σύγχρονο εργοστάσιο ημιαγωγών δεν είναι απλώς ένα βιομηχανικό κτίριο. Είναι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο οικοσύστημα που συνδυάζει εξοπλισμό λιθογραφίας ακραίας υπεριώδους ακτινοβολίας, υπερκαθαρά υλικά, εξειδικευμένα αέρια, λογισμικό, χιλιάδες προμηθευτές, μηχανικούς υψηλής εξειδίκευσης και δεκαετίες συσσωρευμένης τεχνογνωσίας. Ένα και μόνο σφάλμα στην παραγωγική διαδικασία μπορεί να καταστρέψει ολόκληρη την παρτίδα παραγωγής. Αυτό εξηγεί γιατί ακόμη και οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου δυσκολεύονται να αναπαράγουν τις δυνατότητες της Ταϊβάν.

Εδώ ακριβώς γεννιέται ο νέος γεωπολιτικός κίνδυνος. Η Ταϊβάν δεν είναι απλώς ένα νησί που αμφισβητείται από την Κίνα. Είναι το σημαντικότερο σημείο συμφόρησης της ψηφιακής οικονομίας. Εάν τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν το σημείο από το οποίο περνά η ενέργεια του βιομηχανικού κόσμου, η Ταϊβάν αποτελεί το σημείο από το οποίο περνά η «υπολογιστική ενέργεια» του ψηφιακού κόσμου.

Η Κίνα θεωρεί την Ταϊβάν αναπόσπαστο τμήμα της επικράτειάς της. Η Ταϊβάν απορρίπτει αυτή τη θέση και επιμένει ότι το μέλλον της πρέπει να καθοριστεί από τον ίδιο τον λαό της. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ακολουθώντας επί δεκαετίες μια πολιτική στρατηγικής ασάφειας, δεν αναγνωρίζουν επίσημα την Ταϊβάν ως ανεξάρτητο κράτος, αλλά στηρίζουν τις αμυντικές της δυνατότητες. Αυτή η ισορροπία απέτρεπε μέχρι σήμερα τόσο μια κινεζική εισβολή όσο και μια επίσημη ανακήρυξη ανεξαρτησίας.

Όμως όσο η σημασία των μικροτσίπ αυξάνεται, τόσο η Ταϊβάν μετατρέπεται σε διαπραγματευτικό χαρτί μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Η ασφάλεια του νησιού δεν αποτελεί πλέον μόνο περιφερειακό ζήτημα. Αφορά την παγκόσμια οικονομία.

Η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι η εξάρτηση της Κίνας από ξένη τεχνολογία στους προηγμένους ημιαγωγούς αποτελεί στρατηγική αδυναμία. Για τον λόγο αυτό έχει επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές προηγμένων μικροτσίπ και εξοπλισμού παραγωγής προς την Κίνα. Ο στόχος δεν είναι μόνο η προστασία των αμερικανικών εταιρειών. Είναι η επιβράδυνση της κινεζικής προόδου στην τεχνητή νοημοσύνη, στους υπερυπολογιστές, στα προηγμένα οπλικά συστήματα και στις τεχνολογίες διπλής χρήσης.

Από την άλλη πλευρά, η Κίνα επενδύει τεράστια ποσά στην ανάπτυξη εγχώριας βιομηχανίας ημιαγωγών, χρηματοδοτεί εθνικούς πρωταθλητές και επιχειρεί να μειώσει την τεχνολογική της εξάρτηση. Έτσι, ο ανταγωνισμός μεταφέρεται από τα πετρελαϊκά κοιτάσματα στα εργοστάσια ημιαγωγών, από τις θαλάσσιες οδούς στα συστήματα λιθογραφίας και από τις γεωτρήσεις στα εργαστήρια τεχνητής νοημοσύνης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα έχουν επίσης αντιληφθεί ότι η αγορά από μόνη της δεν μπορεί να διασφαλίσει την παραγωγή ενός τόσο στρατηγικού προϊόντος. Η ψήφιση του CHIPS Act στις Ηνωμένες Πολιτείες και αντίστοιχων ευρωπαϊκών προγραμμάτων επιδότησης σηματοδοτεί την επιστροφή της βιομηχανικής πολιτικής. Οι κυβερνήσεις δεν αντιμετωπίζουν πλέον τα μικροτσίπ ως ένα ακόμη βιομηχανικό προϊόν. Τα αντιμετωπίζουν ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας.

Η γεωοικονομία επιστρέφει δυναμικά: Οι συνέπειες μιας σοβαρής κρίσης στην Ταϊβάν θα ήταν πιθανότατα μεγαλύτερες από εκείνες μιας νέας ενεργειακής κρίσης στον Περσικό Κόλπο. Δεν απαιτείται καν μια πλήρους κλίμακας στρατιωτική εισβολή. Ένας ναυτικός αποκλεισμός, μια κυβερνοεπίθεση, μια διακοπή λειτουργίας των λιμανιών ή ακόμη και η αμφιβολία ότι η TSMC θα συνεχίσει να παραδίδει τα προϊόντα της θα αρκούσε για να προκαλέσει παγκόσμιο σοκ.

Η παραγωγή αυτοκινήτων θα επιβραδυνόταν ξανά. Τα κέντρα δεδομένων θα αντιμετώπιζαν περιορισμούς. Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης θα επιβραδυνόταν. Οι αμυντικές βιομηχανίες θα δυσκολεύονταν να προμηθευτούν κρίσιμα εξαρτήματα. Οι τιμές των ηλεκτρονικών συσκευών θα αυξάνονταν. Ο πληθωρισμός θα επανεμφανιζόταν. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές θα αναπροσάρμοζαν τις αποτιμήσεις των μεγαλύτερων τεχνολογικών εταιρειών του κόσμου.

Η διαφορά με τις πετρελαϊκές κρίσεις είναι ότι τότε σταματούσαν οι μηχανές. Στην επόμενη κρίση ενδέχεται να σταματήσουν να «σκέφτονται» οι μηχανές.

Χωρίς προηγμένους ημιαγωγούς, η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να εξελιχθεί. Οι υπολογιστικές υποδομές δεν μπορούν να επεκταθούν. Τα συστήματα cloud, οι αλγόριθμοι μηχανικής μάθησης και οι υπερυπολογιστές παραμένουν απλώς λογισμικό χωρίς υλικό.

Η υπολογιστική ισχύς έχει φυσικό υπόβαθρο. Χρειάζεται ενέργεια, ψύξη, εργοστάσια παραγωγής, μηχανικούς και αλυσίδες εφοδιασμού. Το «σύννεφο» δεν βρίσκεται στον ουρανό· βρίσκεται μέσα σε τεράστια κέντρα δεδομένων γεμάτα μηχανές που λειτουργούν χάρη σε μικροτσίπ.

Το σημαντικότερο ίσως δίδαγμα της ιστορίας είναι ότι η ισχύς ακολουθεί πάντοτε τα σημεία συμφόρησης. Ο άνθρακας, το πετρέλαιο, οι θαλάσσιες οδοί, οι διώρυγες, τα αποθεματικά νομίσματα και τα συστήματα πληρωμών υπήρξαν κατά καιρούς τα στρατηγικά σημεία ελέγχου της παγκόσμιας οικονομίας. Σήμερα στη λίστα αυτή προστίθενται οι προηγμένοι ημιαγωγοί.

Όποιος ελέγχει την παραγωγή τους αποκτά τεράστια γεωοικονομική επιρροή. Όχι επειδή τα μικροτσίπ από μόνα τους δημιουργούν πλούτο, αλλά επειδή σχεδόν κάθε προηγμένο οικονομικό, στρατιωτικό και τεχνολογικό σύστημα εξαρτάται από αυτά.

Η σύγχρονη οικονομία αρέσκεται να παρουσιάζεται ως άυλη, ψηφιακή, αυτοματοποιημένη και παγκοσμιοποιημένη. Όμως ο πόλεμος των μικροτσίπ αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα. Ο ψηφιακός κόσμος στηρίζεται σε εργοστάσια, λιμάνια, μηχανές, νερό, ηλεκτρική ενέργεια, χημικά, μηχανικούς, πολιτικές αποφάσεις και διεθνείς συμφωνίες. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελεί το μέλλον. Το θεμέλιό της όμως είναι απολύτως υλικό.

Αν ο 20ός αιώνας χαρακτηρίστηκε από το πετρέλαιο και τα Στενά του Ορμούζ, ο 21ος αιώνας ίσως χαρακτηριστεί από τους ημιαγωγούς και την Ταϊβάν. Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι αν τα μικροτσίπ αποτελούν τον σημαντικότερο στρατηγικό πόρο της εποχής μας. Το πραγματικό ερώτημα θα είναι αν η παγκόσμια οικονομία έχτισε το μέλλον της πάνω σε ένα νέο «Στενό του Ορμούζ» χωρίς να έχει προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο να κλείσει.


*Ο Ατσαλάκης Γιώργος είναι Οικονομολόγος – Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης