Τα Στενά του Ορμούζ αποφασίζουν για μετοχές, επιτόκια και ενέργεια
Shutterstock
Shutterstock

Τα Στενά του Ορμούζ αποφασίζουν για μετοχές, επιτόκια και ενέργεια

Με την αβεβαιότητα να επιστρέφει στη Μέση Ανατολή οι αναλυτές βλέπουν μαύρα σύννεφα στον ορίζοντα για τις αγορές. Οι νέες πυραυλικές επιθέσεις και η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλλει… διόδια 20% για την ασφαλή διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, πυροδοτούν ένα νέο μεγάλο κύμα αβεβαιότητας για τις τιμές της βενζίνης και τον πληθωρισμό. 

Τα νέα σενάρια θέλουν τις μετοχές να σημειώνουν περαιτέρω πτώση, τα επιτόκια να αυξάνονται περισσότερο και να παραμένουν υψηλά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και την άνοδο του πετρελαίου να φέρνει νέες ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά. 

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η κυκλοφορία στο πολύ κρίσιμο για την ενέργεια – και όχι μόνο – θαλάσσιο πέρασμα διακόπηκε εκ νέου πριν αποκατασταθεί και πλέον εκτιμάται ότι η παγκόσμια αγορά έχει χάσει πάνω από 1,5 δισ. βαρέλια πετρελαίου. 

Πρόκειται για ποσότητα πετρελαίου που σε σύγκριση με τις κανονικές ροές πριν τον πόλεμο, δεν έφτασε στην παγκόσμια οικονομία. Μέρος του κενού καλύφθηκε από στρατηγικά και άλλα αποθέματα, από εναλλακτικούς προμηθευτές και περιορισμό της ζήτησης, ωστόσο το πρόβλημα παραμένει.

Τι θα συμβεί στο σενάριο που η ένταση συνεχιστεί για μήνες και η σωρευτική απώλεια προσφοράς ανέλθει στα 2,5 δισ. βαρέλια, όταν η παγκόσμια οικονομία καταναλώνει περίπου 3 δισ. βαρέλια μηνιαίως;

Διεθνή μέσα αναφέρουν ότι η Ευρώπη έχει επάρκεια σε αεροπορικά καύσιμα για ένα μήνα, ενώ η δεδομένη αύξηση των ναύλων, για δεξαμενόπλοια και πλοία μεταφοράς φυσικού αερίου, ανατρέπει το σκηνικό και από τη σταθεροποίηση των τιμών πηγαίνουμε σε νέες ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις. 

Έχουν συμπληρωθεί περίπου 135 ημέρες αποκλεισμού των Στενών και η αβεβαιότητα παραμένει στα ύψη, πλήττοντας τις αγορές και την οικονομία, καθώς ο πληθωρισμός συνεχίζει να… δείχνει τα δόντια του. 

Θα πρέπει κατ’ αρχάς να διευκρινιστεί ότι η σημαντικότερη ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη, όπως συχνά χαρακτηρίζονται τα Στενά του Ορμούζ, δεν καθορίζει μόνο τις τιμές του πετρελαίου. Επηρεάζει τον πληθωρισμό, τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών, τις αποτιμήσεις των μετοχών και στο τέλος της ημέρας την τσέπη των καταναλωτών. 

Στο «κακό» σενάριο, λοιπόν, που η αναταραχή κλιμακωθεί περαιτέρω, κορυφωθεί τον Σεπτέμβριο και αποκλιμακωθεί μέχρι το τέλος του 2026, η ING εκτιμά ότι η τιμή του Brent θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στα 101 δολάρια/βαρέλι στο γ’ τρίμηνο, αντί για 80 δολάρια στο βασικό σενάριο, ενώ στο δ’ τρίμηνο θα βρεθεί στα 78 δολάρια, αντί για 72 δολάρια. 

Αυτό σημαίνει ότι ο πληθωρισμός σε ΗΠΑ και Ευρώπη θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα για μήνες και δεν θα επιστρέψει στο 2% πριν το τέλος του 2027. 

Αποτέλεσμα θα είναι η Fed και η ΕΚΤ να διατηρήσουν τα επιτόκια υψηλότερα για περισσότερο, στη στρατηγική «higher for longer», η οποία ταράζει τις αγορές όσο φαίνεται ότι προκρίνεται. Και αυτό διότι συντηρεί το κόστος του χρήματος στα ύψη.

Στο ίδιο σενάριο, η Fed αναμένεται να αυξήσει τα επιτόκια σε εύρος 3,75%-4,00% (από 3,50%-3,75% σήμερα) και η ΕΚΤ να προχωρήσει σε δύο ακόμα αυξήσεις του βασικού επιτοκίου αποδοχής καταθέσεων στο 2,75%, από 2,25% σήμερα.

Να πούμε σε αυτό το σημείο ότι μέσα στην ημέρα θα ανακοινωθούν τα στοιχεία για τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή στις ΗΠΑ και οι αγορές περιμένουν με αγωνία τη μέτρηση για τον δομικό πληθωρισμό που δείχνει αν η αναθέρμανση του φαινομένου έχει φτάσει βαθιά στην οικονομία. 

Οι αναλυτές εκτιμούν ότι ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ θα εμφανιστεί αρνητικός σε επίπεδο μήνα και στο -0,2%, για πρώτη φορά σε διάστημα 6 ετών, εξαιτίας της κατά 15% πτώσης των τιμών της βενζίνης στα πρατήρια από τα μέσα Μαΐου.

Από τα 70 δολάρια το βαρέλι στις 26 Φεβρουαρίου, η τιμή του Brent σκαρφάλωσε έως τα 126 δολάρια στις 30 Απριλίου, για να επιστρέψει στα 70 δολάρια στις 2 Ιουλίου και να ενισχυθεί εκ νέου στα 80 δολάρια μετά την πρόσφατη κλιμάκωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. 

 Οι αγορές προεξοφλούσαν ότι η πτώση των τιμών του «μαύρου χρυσού» θα περιόριζε τις πληθωριστικές πιέσεις και θα ανάγκαζε τις κεντρικές τράπεζες να επαναξιολογήσουν τη νομισματική τους πολιτική. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, υπό τον Κέβιν Γουόρς, θέλει να επαναφέρει τον πληθωρισμό στον στόχο του 2%, αλλά παράλληλα είναι αποφασισμένη να αποφύγει την υπερβολική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει ύφεση. 

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την πορεία των χρηματιστηρίων; Πριν από λίγες ημέρες η Bank of America προειδοποίησε ότι η Wall Street στο υπόλοιπο του έτους θα… κατηφορίσει, επαναλαμβάνοντας την τιμή-στόχο για τον S&P 500 στις 7.100 μονάδες. Με άλλα λόγια, η αμερικανική τράπεζα δίνει περιθώρια πτώσης της τάξης του 5,5% και αποδίδει τη διόρθωση τα υπερβολικά επίπεδα κερδοσκοπίας. 

Σύμφωνα με την BofA, οι εταιρείες του S&P 500 παράγουν λιγότερες ταμειακές ροές σε σχέση με τα καθαρά κέρδη και σε σύγκριση με την ιστορικά τάση. Αυτό συμβαίνει γιατί οι λεγόμενοι hyperscalers βλέπουν τις χρηματικές ροές τους να μειώνονται λόγω των τεράστιων επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη και να δέχονται πλήγμα τα κέρδη τους.