Τα ομόλογα έχουν αρχίσει να πιέζουν τον Ντόναλντ Τραμπ
shutterstock
shutterstock

Τα ομόλογα έχουν αρχίσει να πιέζουν τον Ντόναλντ Τραμπ

Τα αμερικανικά ομόλογα την Τρίτη έκαναν την είσοδο τους στην απόλυτη «ζώνη κινδύνου» μια ζώνη που η αμερικανική 30ετία είχε να τη δει από το 2007.

Οι μαζικές πωλήσεις κρατικών ομολόγων ώθησαν την απόδοση του 30ετούς πάνω από το 5,19% και την αμερικανική 10ετία στο 4,69%, για να αποκλιμακωθούν ελαφρώς χθες, Τετάρτη, πέριξ του 5,117% και 4,57% αντίστοιχα.

Οι αγορές χρέους είναι πολύ πιο ευαίσθητες από τις μετοχικές αγορές και αυτό που υποδεικνύουν οι αυξανόμενες μακροπρόθεσμες αποδόσεις είναι ότι εφεξής για κάθε μέρα που τα Στενά του Ορμούζ παραμένει κλειστό, οι επενδυτές θα απαιτούν μεγαλύτερα ασφάλιστρα κινδύνου, καθώς το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα θα πλησιάζει τα όρια του, με κίνδυνο την εκτίναξη των ενεργειακών τιμών και κατ’επέκταση του γενικότερου επιπέδου τιμών.

Υπενθυμίζουμε ότι τα αποθέματα πετρελαίου που κράτησαν μέχρι στιγμής συμπαγές το σύστημα, θα δεχθούν πιέσεις πέραν των λειτουργικών ορίων, αν παραμείνει κλειστό το Ορμούζ εως τον Σεπτέμβριο. (σ.σ: Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ).

Έχουμε φτάσει λοιπόν σε ένα κομβικό σημείο αυτή τη στιγμή. Η αγορά κατάφερε μέχρι τώρα να αναβάλει τις συνέπειες των κλειστών Στενών του Ορμούζ αποκαθιστώντας τη διαταραχή στην εφοδιαστική αλυσίδα με αποθέματα πετρελαίου, εφεδρική παραγωγική ικανότητα και σταδιακές προσαρμογές της ζήτησης. 

Αυτά τα εργαλεία όμως είναι περιορισμένα. Σχεδιάστηκαν για να αμβλύνουν βραχυπρόθεσμες διαταραχές, όχι για να αντικαταστήσουν επ’ αόριστον μια εκ των σημαντικότερων οδών για το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου. 

Το Ορμούζ λοιπόν πρέπει να ανοίξει άμεσα, διαφορετικά το σύστημα θα φτάσει στα όρια του, ο πληθωρισμός θα εκτιναχθεί και οι πιέσεις που αυτή τη στιγμή παρατηρούμε στις αγορές των ομολόγων θα μεταδοθούν με ακόμα μεγαλύτερη ένταση στην αγορά των μετοχών. 

Άλλωστε, το επίπεδο των 10ετών ομολόγων τείνει να ασκεί πίεση σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, ενώ οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η περαιτέρω ανατιμολόγηση των προσδοκιών για τα τελικά επιτόκια θα μπορούσε να οδηγήσει τις αποδόσεις ακόμα υψηλότερα και τα περιουσιακά στοιχεία υψηλού κινδύνου σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα.

Θα αντιλογήσει κανείς ότι οι αγορές έχουν παραμείνει μέχρι στιγμής σχετικά ανθεκτικές. Πράγματι, αυτό ισχύει γιατί η αύξηση των εταιρικών κερδών έχει παραμείνει ισχυρή και οι αποτιμήσεις είχαν ήδη εν μέρει «ανασάνει» πριν από τις πρόσφατες εντάσεις στο Ιράν, ενώ οι επενδυτές εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα λάβει σύντομα τέλος. Προεξοφλούν δηλαδή το «καλό σενάριο».

Όμως αν η αιμορραγία στην αγορά των ομολόγων συνεχίσει με μια κίνηση προς το 4,8%-5% της απόδοσης του 10ετούς ομολόγου ή προς το 5,5% του 30ετούς ομολόγου, τότε είναι θέμα χρόνου να προκληθεί πιο έντονη πίεση στην αγορά.

Θα ακούσει και αυτή τη φορά ο Τραμπ το SOS των ομολόγων;

Το γεγονός ότι τα μακρινά αμερικανικά ομόλογα ξεπέρασαν αυτή την εβδομάδα τα επίπεδα της πτώσης που είχαν καταγραφεί με τους δασμούς και έχουν πλέον ακουμπήσει τιμές που είχαν να τις δουν από το 2007 έχει διττή σημασία. Από τη μια και για όσο συνεχίζεται αυτή η κατάσταση, τίθεται σοβαρό ζήτημα μεταλαμπάδευσης του επενδυτικού στρες και στις αγορές των μετοχών.

Από την άλλη όμως, οι πιέσεις στα ομόλογα μπορεί να πείσουν τον Πρόεδρο των ΗΠΑ να υπαναχωρήσει, όπως είχε γίνει τον Απρίλιο πέρυσι με τους δασμούς. (σ.σ: Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ).

Μήπως οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ στους δημοσιογράφους την Τετάρτη ότι η κυβέρνηση βρίσκεται στα «τελικά στάδια» των διαπραγματεύσεων με το Ιράν, υποδεικνύουν ότι το άνωθεν σενάριο έχει ισχυρές πιθανότητες υλοποίησης;

Υπενθυμίζουμε ότι ο Τραμπ δήλωσε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα ότι ακύρωσε τις νέες στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον του Ιράν για να δώσει περισσότερο χρόνο στη διπλωματία, κατόπιν αιτήματος των αραβικών συμμάχων του Κόλπου. Μήπως μαζί με το αίτημα των συμμάχων του Κόλπου, ο Αμερικανός Πρόεδρος ζύγισε και τα μηνύματα από τις αγορές των ομολόγων;

Την ίδια στιγμή, το τελευταίο 24ωρο, 26 πλοία –δεξαμενόπλοια, πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και άλλα εμπορικά– διέπλευσαν το Ορμούζ αφού συνεργάστηκαν με το ναυτικό των Φρουρών της Επανάστασης, σύμφωνα με μήνυμα των τελευταίων στην πλατφόρμα Χ. 

Μήπως και αυτό είναι ένα δείγμα ότι το Ιράν επίσης ετοιμάζεται να δώσει λίγο περισσότερο χώρο στην διπλωματία; Άλλωστε το αδιέξοδο του Ιράν είναι εξίσου μεγάλο με εκείνο των ΗΠΑ, καθώς η Τεχεράνη αποκλείει το Στενό του Ορμούζ και η Ουάσινγκτον με τη σειρά της αποκλείει τα ιρανικά λιμάνια. 

Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με δημοσιεύματα, κάποια μέλη του ΝΑΤΟ εξετάζουν την αποστολή πολεμικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ προκειμένου να διασφαλίσουν τον ασφαλή διάπλου.

Αν πράγματι όμως γίνεται αυτή τη στιγμή μια ουσιαστική προσπάθεια διπλωματικής προσέγγισης, μήπως μια τέτοια κίνηση επιφέρει μεγαλύτερες ιρανικές αντιδράσεις και κλιμάκωση;

Όπως και να έχει, αυτή τη στιγμή οι ισορροπίες είναι λεπτές σε μια εξαιρετικά κομβική στιγμή για την αγορά των ομολόγων και ενδεχομένως σύντομα και για την αγορά των μετοχών.

Οι εκτιμήσεις των Οίκων

Η Citibank προειδοποίησε την Τρίτη ότι η αγορά υποτιμά τον κίνδυνο μιας μακράς διακοπής του εφοδιασμού με πετρέλαιο στο Ορμούζ. Αναμένει ότι το Brent θα διαπραγματευτεί έως και 120 δολάρια ανά βαρέλι στο εγγύς μέλλον.

Η Wood Mackenzie από την άλλη σε έκθεση της την Τετάρτη εκτίμησε ότι οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να πλησιάσουν τα 200 δολάρια ανά βαρέλι στο χειρότερο σενάριο, σύμφωνα με το οποίο το Ορμούζ θα παραμείνει κλειστό μέχρι το τέλος του έτους. 

Αντίθετα οι τιμές θα μειωθούν απότομα εάν οι ΗΠΑ και το Ιράν καταλήξουν σε μια συμφωνία που θα ανοίξει το Στενό του Ορμούζ μέχρι τον Ιούνιο. Σε αυτό το σενάριο οι τιμές spot του Brent αναμένεται να μειωθούν σε περίπου 80 δολάρια ανά βαρέλι μέχρι το τέλος του 2026.


[email protected]

Αποποίηση Ευθύνης: Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δε θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.