Από τις 7.650 έως τις 8.250 μονάδες ή έως και 11,3% υψηλότερα από το κλείσιμο της Δευτέρας 11/5 τοποθετούν πλέον τον S&P 500 οι αναλυτές στο τέλος του 2026. Οι νέες αναβαθμίσεις των τιμών-στόχων αντανακλούν την αυξημένη αισιοδοξία που επικρατεί αναφορικά αφενός με τα εταιρικά αποτελέσματα και αφετέρου με τις διπλωματικές προσπάθειες για τερματισμό του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Η πρόβλεψη των 8.250 μονάδων προέρχεται από τον Εντ Γιαρντένι, έναν από τους πιο αξιόπιστους αναλυτές των αγορών στις ΗΠΑ, ενώ πιο συντηρητική είναι οι αναλυτές της HSBC, οι οποίοι βάζουν τον πύχη αρκετά χαμηλότερα και στις 7.650 μονάδες, έναντι 7,412 μονάδων που έκλεισε χθες ο κορυφαίος δείκτης των παγκόσμιων αγορών.
Ακόμα πιο αισιόδοξος εμφανίζεται ο Νταν Ιβς, ένας από τους πιο προβεβλημένους και επιδραστικούς αναλυτές των αμερικανικών media, ο οποίος ειδικεύεται στις big tech και την Τεχνητή Νοημοσύνη. Ο Ιβς πιστεύει ότι τα εξαιρετικά εταιρικά αποτέλεσμα των εισηγμένων προμηνύουν πως ο τεχνολογικός Nasdaq θα εκτιναχθεί στις 30.000 μονάδες ή 14% υψηλότερα μέσα στον επόμενο χρόνο.
Είναι λες και πέρασε η κρίση, τα Στενά του Ορμούζ άνοιξαν και η παγκόσμια οικονομία έχει επιστρέψει σε δυναμικούς ρυθμούς ανάπτυξης με κινητήριο δύναμη την τεχνολογία. Μόνο που τίποτα από αυτά δεν ισχύει.
Ο ελέφαντας στο δωμάτιο για τις αγορές είναι χωρίς καμία αμφιβολία οι παλινωδίες στο μέτωπο του Κόλπου και οι επιπτώσεις του πολέμου, οι οποίες δεν γίνονται ακόμα αισθητές αλλά θα φανούν στους επόμενους μήνες.
Έχουμε και λέμε λοιπόν. Με τη συχνότητα που μεταβάλλεται το κλίμα στα διεθνή μέσα και αν λάβουμε υπόψη τις δηλώσεις Τραμπ, ο πόλεμος τελειώνει περίπου δύο φορές την εβδομάδα και άλλες τόσες η ένταση κλιμακώνεται. Δικαιολογημένα, λοιπόν, προκαλείται τεράστια νευρικότητα στην αγορά πετρελαίου και γενικότερα στον επενδυτικό κόσμο.
Κάπως έτσι η κρίση συνεχίζεται καθώς η παγκόσμια οικονομία χάνει καθημερινά εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, τεράστιες ποσότητες φυσικού αερίου (LNG) και σχεδόν το 13% των χημικών και λιπασμάτων που μεταφέρονται παγκοσμίως μέσω θαλάσσης.
Η Morgan Stanley προειδοποιεί ότι το Brent μπορεί κάλλιστα να εκτιναχθεί στα 150 δολάρια το βαρέλι (σήμερα διαμορφώνεται στα 106 δολάρια) στο σενάριο που τα αποθέματα των ΗΠΑ και της Κίνας αρχίσουν να μειώνονται απειλητικά, κάτι που ειδικά για τις ΗΠΑ θα μπορούσε να συμβεί μέσα στο καλοκαίρι.
Το θέμα ενδέχεται να συζητηθεί και στη συνάντηση κορυφής μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Σι Τζινπίνγκ. Ο Αμερικανός πρόεδρος επισκέπτεται για πρώτη φορά αύριο το Πεκίνο και είναι σαφές πως οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου θα συζητήσουν όλα τα ανοιχτά μέτωπα.
Στο μεταξύ, βλέπουμε τις αγορές να βιάζονται από τη μία πλευρά να αφήσουν πίσω την κρίση αλλά ταυτόχρονα να ανησυχούν για τις επιπτώσεις που θα γίνουν αισθητές μέσα στους επόμενους μήνες. Μην ξεχνάμε ότι οι σχετικές αναλύσεις δείχνουν πως οι πραγματικές επιπτώσεις των βομβαρδισμών κρίσιμων πετρελαϊκών εγκαταστάσεων του Κόλπου και του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ, θα γίνουν αισθητές αργότερα μέσα στο έτος. Πόσω μάλλον αν η κρίση συνεχιστεί για καιρό.
Όσο τα Στενά παραμένουν κλειστά, η παγκόσμια οικονομία κινδυνεύει με «ασφυξία», ενώ οι παλινωδίες στην αμερικανική και ιρανική ρητορική δυσκολεύουν κάθε πρόβλεψη για τη συνέχεια. Οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν όλα τα μέσα πίεσης που διαθέτουν όμως όλοι γνωρίζουν πως όσο συνεχίζεται η αναταραχή στο πιο νευραλγικό θαλάσσιο πέρασμα για το παγκόσμιο εμπόριο τόσο αυξάνονται οι [πιθανότητες παγκόσμιας ύφεσης.
Ηνωμένες Πολιτείες και Κίνα έχουν συμβάλλει μέχρι στιγμής στο να αποφευχθεί η επιδείνωση της κρίσης. Η Ουάσιγκτον έχει αυξήσει σημαντικά τις εξαγωγές πετρελαίου μέσω θαλάσσης και το Πεκίνο έχει περιορίσει τις θαλάσσιες εισαγωγές, προσφέροντας και οι δύο ένα «μαξιλάρι» ασφαλείας.
Αν, ωστόσο, τα Στενά μείνουν κλειστά και πέρα από τον Ιούλιο, με αποτέλεσμα τα αποθέματα τόσο των ΗΠΑ, όσο και της Κίνας, να μειωθούν, οι σημερινές ροές θα περιοριστούν και η στενότητα της αγοράς θα στείλει το Brent στα 150 δολάρια το βαρέλι, τονίζει η Morgan Stanley.
Θα πρέπει, λοιπόν, τα Στενά να ανοίξουν πριν το κρίσιμο σημείο που ΗΠΑ και Κίνα θα αναγκαστούν να αντιστρέψουν τα μέτρα που εφαρμόζουν, κάτι που θα πέσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μεταξύ Τραμπ-Σι.
Μέχρι τότε, το βασικό σενάριο της Morgan Stanley προβλέπει ότι τα Στενά του Ορμούζ θα επαναλειτουργήσουν μέσα στον Ιούνιο, με αποτέλεσμα η τιμή του Brent να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στα 100 δολάρια το βαρέλι στο γ’ τρίμηνο και στα 90 δολάρια το βαρέλι στο δ’ τρίμηνο, πριν υποχωρήσει στα 80 δολάρια το 2027.
Ακόμα όμως και στο καλό σενάριο, οι αγορές έχουν μπροστά τους δύο σοβαρές προκλήσεις που θα μπορούσαν υπό προϋποθέσεις να πυροδοτήσουν νέα κρίση. Η πρώτη σχετίζεται με τις… καθυστερημένες επιπτώσεις του πολέμου και με τις πολύ αυξημένες σε σύγκριση με πέρσι (αλλά και με τις εκτιμήσεις) τιμές του πετρελαίου φέτος. Η δεύτερη αφορά στις ενδιάμεσες εκλογές που λαμβάνουν χώρα τον ερχόμενο Νοέμβριο στις ΗΠΑ και στις οποίες εκτιμάται ότι ο Τραμπ θα χάσει τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Για τις επιπτώσεις του πολέμου αυτό που μπορούμε να πούμε σήμερα είναι ότι δεν τις έχουμε νιώσει στο αποκορύφωμά τους γιατί πολύ απλά δεν έχουμε φτάσει σε σημείο πλήρους ασφυξίας, πχ να καταγραφούν μεγάλες ελλείψεις στην αγορά λιπασμάτων.
Όσο για τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, όλα είναι ανοιχτά. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο σενάριο που οι Ρεπουμπλικανοί χάσουν ένα από τα δύο σώματα του Κογκρέσου, τη Βουλή των Αντιπροσώπων ή τη Γερουσία, τότε ο Τραμπ θα δυσκολευτεί πάρα πολύ να εφαρμόσει τις πολιτικές που επιθυμεί. Ιδιαίτερα στην περίπτωση που χάσει τη Βουλή, οι Δημοκρατικοί αναμένεται να προωθήσουν έρευνες για την εκτελεστική εξουσία και να «στριμώξουν» τον Αμερικανό πρόεδρο.
