O Αμερικανός οικονομολόγος, ιστορικός και κοινωνικός επιστήμονας Thomas Sowell, υποστηρίζει ότι οι σοσιαλιστές παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη έλλειψη ενδιαφέροντος για τον τρόπο που παράγεται ο πλούτος. Νομίζουν ότι ο πλούτος απλά υπάρχει με κάποιον τρόπο κάπου και το ενδιαφέρον τους επικεντρώνεται στην ανακάλυψη της μεθόδου για την αναδιανομή του.
Στο βιβλίο του «The Housing Boom and Bust», εξηγεί ξεκάθαρα ότι οι πολιτικές που υπόσχονται «προσιτή στέγαση» συνήθως την κάνουν λιγότερο προσιτή μακροπρόθεσμα. Κυβερνητικές παρεμβάσεις που «προστατεύουν» τους ενοικιαστές ή μεταφέρουν την ιδιοκτησία συνήθως μειώνουν την προσφορά κατοικιών καθώς οι ιδιοκτήτες σταματούν να συντηρούν ή να χτίζουν νέα κτίρια όταν δεν έχουν σαν κίνητρο το κέρδος. Ο ίδιος σημειώνει ότι ιστορικά, τέτοιες πολιτικές έχουν οδηγήσει σε επιδείνωση της ποιότητας της στέγης, λιγότερες διαθέσιμες κατοικίες και μαύρη αγορά. Και υποστηρίζει ότι το πρόβλημα της στέγασης λύνεται καλύτερα με περισσότερη προσφορά και λιγότερους περιορισμούς στην κατασκευή κατοικιών και όχι με αναδιανομή της ιδιοκτησίας. Δηλαδή, με αύξηση της διαθέσιμης πίτας.
O Thomas Sowell, δεν είναι ένας εύπορος ιδιοκτήτης ακινήτων. Είχε γεννηθεί σε φτωχή οικογένεια Aφροαμερικανών στο Αμερικανικό Νότο και είχε μεγαλώσει στο Χάρλεμ. Σπούδασε στο Χάρβαρντ, στο Κολούμπια και στο Σικάγο, όπου και απέκτησε αυτές τις γνώσεις σχετικά με τον τρόπο που λειτουργούν οι αγορές και ειδικά οι αγορές ακινήτων.
Εντελώς αντίθετη προς αυτήν την «αλφαβήτα» της αγοράς ακινήτων, είναι η βίβλος της πολιτικής που σχεδιάζει να εφαρμόσει ο Δήμαρχος της Νέας Υόρκης, μέσα από τη δημοσίευση του προγράμματος του, «Block by Block». Ο Zohran Mamdani, ο αναδυόμενος πολιτικός αστέρας της αριστερής πτέρυγας των Δημοκρατικών, δεν προχωρά σε μια ακόμα πολεοδομική παρέμβαση. Αλλά σε μια ριζοσπαστική αναθεώρηση όπως υποστηρίζει, της σχέσης μεταξύ ιδιοκτησίας, κατοικίας και «κοινότητας πολιτών». Στο επίκεντρο αυτού του σχεδίου βρίσκεται η αντιμετώπιση των «παραμελημένων» κτιρίων, με στόχο τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας τους σε αυτό που ονομάζει «υπεύθυνους διαχειριστές», όπως είναι τα κοινοτικά ιδρύματα γης, οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί και οι ίδιοι οι ενοικιαστές.
Η κεντρική ιδέα του Mamdani είναι η «απο-εμπορευματοποίηση» της κατοικίας σε περιπτώσεις όπου η ιδιωτική ιδιοκτησία έχει «αποτύχει» να παρέχει «αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης». Η ρητορική του δημάρχου βάλλει κατά ιδιοκτητών ακινήτων που κατηγορούνται ότι αντιμετωπίζουν τα κτίρια αποκλειστικά ως επενδυτικά προϊόντα, αγνοώντας τις ανάγκες των ενοίκων και τη συντήρηση των υποδομών. Έτσι ο Δήμαρχος της Νέας Υόρκης, θέλει το κράτος να παρεμβαίνει, να ανακτά τον έλεγχο των «παραμελημένων ακινήτων» και ακολούθως να τα αποδίδει σε φορείς που λειτουργούν με γνώμονα «το κοινωνικό όφελος» και όχι το επενδυτικό κέρδος.
Και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα. Προ καιρού ο Δήμαρχος της Νέας Υόρκης είχε αποφασίσει την επιβολή δραστικών αυξήσεων στους φόρους των εμπορικών ακινήτων και των πολυτελών κατοικιών, σε μια προσπάθεια να εξαναγκάσει την αγορά να ενταχθεί σε ένα μοντέλο κεντρικού σχεδιασμού, όπως είχαμε αναλύσει στο άρθρο «Ο Δήμαρχος της Νέας Υόρκης συγκρούστηκε με την πραγματικότητα», εδώ.
Ένα μέτρο που τελικά «πήρε πίσω», αφού συνειδητοποίησε ότι η εφαρμογή του θα επέφερε πλήγμα στην οικονομία του «Μεγάλου Μήλου» που αποτελεί το απόλυτο σύμβολο της οικονομικής ελευθερίας, όπως είχαμε αναλύσει στο άρθρο «Άτακτη υποχώρηση από το Δήμαρχο που θα φορολογούσε τους πλούσιους» εδώ.
Η νέα πρόταση του, Zohran Mamdani, για το στεγαστικό πρόγραμμα «Block by Block» εγείρει θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με τα όρια ανάμεσα στην κρατική παρέμβαση και στις αρχές της οικονομικής ελευθερίας. Αλλά και στην ίδια την οικονομική πραγματικότητα. Ουσιαστικά το «Block by Block», αμφισβητεί βασικούς πυλώνες του οικονομικού φιλελευθερισμού, όπως είναι το απαραβίαστο της ιδιοκτησίας και η ελευθερία των συμβάσεων και του καθορισμού των τιμών. Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η μεταβίβαση ιδιοκτησίας σε «υπεύθυνους διαχειριστές» όταν ένα κτίριο κρίνεται ότι βρίσκεται σε κατάσταση «χρόνιας παραμέλησης».
Με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το δικαίωμα του ατόμου να χρησιμοποιεί, να διαχειρίζεται και να διαθέτει την περιουσία του όπως το ίδιο επιθυμεί, με την προϋπόθεση ότι δεν παραβιάζει τα δικαιώματα τρίτων.
Η παρέμβαση του κράτους για την απαλλοτρίωση ή τη μεταφορά του ελέγχου ενός ακινήτου αποτελεί κατάφωρη παραβίαση του δικαιώματος αυτού. Δηλαδή κάποιος μπορεί να απωλέσει τη περιουσία του επειδή «δεν πληροί τα κρατικά κριτήρια υπεύθυνης διαχείρισης» του ακινήτου του. Κριτήρια που καθορίζουν οι εμπνευστές των κοινωνικών κατοικιών.
Όταν λοιπόν το κράτος και στην περίπτωση μας ο Δήμος, αποκτά την εξουσία να αποφασίζει ποιος είναι «υπεύθυνος διαχειριστής» και ποιος όχι, ανοίγει η πόρτα για αυθαιρεσία και πολιτικές σκοπιμότητες. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν κίνδυνο που δεν σχετίζεται με την αγορά, αλλά με την πολιτική βούληση. Διότι το κράτος θα αποφασίζει για το μέλλον των περιουσιακών τους στοιχείων.
Γεγονός που δημιουργεί ένα κλίμα αβεβαιότητας που μπορεί να οδηγήσει σε φυγή κεφαλαίων από τον κλάδο των ακινήτων της Νέας Υόρκης, καθώς οι επενδυτές του real estate, που είναι κατά βάση συντηρητικοί, θα αναζητήσουν πιο προβλέψιμα και ασφαλή περιβάλλοντα για να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους.
Η οικονομική ελευθερία παραβιάζεται για ένα ακόμα λόγο. Οι επενδυτές και οι ιδιοκτήτες καθώς και οι ενοικιαστές ανταποκρίνονται σε «σήματα» που εκπέμπει η αγορά. Εφόσον ένα κτίριο είναι πράγματι παραμελημένο, η αγορά τιμωρεί τον ιδιοκτήτη μέσω χαμηλότερης αξίας μεταπώλησης ή δυσκολίας εύρεσης ενοικιαστών. Ε, το πρόγραμμα «Block by Block» παρεμβαίνει και σε αυτόν τον μηχανισμό. Αντί η αγορά να διορθώσει το πρόβλημα μέσω ανταγωνιστικών πιέσεων στις τιμές και στα ενοίκια, το κράτος υποκαθιστά τον ιδιοκτήτη με οργανισμούς όπως είναι τα κοινοτικά ιδρύματα γης και οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί.
Αυτή η κρατικά καθοδηγούμενη ανακατανομή των ιδιοκτησιών μπορεί να οδηγήσει σε αναποτελεσματική διαχείριση των ακινήτων, αφού οι νέοι «διαχειριστές» ενδέχεται να μην διαθέτουν τα ίδια κίνητρα σχετικά την αποδοτική λειτουργία και συντήρηση των υποδομών που έχουν οι ιδιώτες επενδυτές. Καθώς οι τελευταίοι φέρουν και τον κίνδυνο των οικονομικών ζημιών.
Το επικοινωνιακό επιτελείο του Δημάρχου της Νέας Υόρκης, εξηγεί ότι στόχος του είναι, η κοινωνική προστασία και η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. Ωστόσο η προσέγγιση αυτή θυσιάζει τον ελεύθερο και αυτορυθμιζόμενο χαρακτήρα της αγοράς στον βωμό του κρατικού παρεμβατισμού. Και υπάρχει ένα παραπλήσιο παράδειγμα στο Βερολίνο, το οποίο στο τέλος είχε οδηγήσει σε μια νέα έκρηξη των τιμών των ενοικίων.
Η λύση στην κρίση στέγασης δεν βρίσκεται στην κατάσχεση ή στη βίαιη μεταφορά της ιδιοκτησίας, αλλά στη μείωση των περιορισμών στη δόμηση, τη μείωση της γραφειοκρατίας και την ενίσχυση του ανταγωνισμού, επιτρέποντας στην αγορά να ανταποκριθεί στις ανάγκες των πολιτών.
