Με τυμπανοκρουσίες κάνοντας χρήση και των ψηφιακών μέσων κοινωνικής δικτύωσης ο Δήμαρχος της Νέας Υόρκης, ο οποίος είχε εκλεγεί με το σύνθημα «θα φορολογήσω τους πλούσιους», είχε ανακοινώσει την επιβολή δραστικών αυξήσεων στους φόρους των εμπορικών ακινήτων και των πολυτελών κατοικιών, ώστε να χρηματοδοτηθεί η κοινωνική στέγαση για όλους. Ωστόσο μέσα σε λιγότερο από 15 ημέρες εγκατέλειψε το σχέδιο του, αφού συγκρούστηκε με την «οικονομική πραγματικότητα».
Στο άρθρο «Ο Δήμαρχος της Νέας Υόρκης συγκρούστηκε με την πραγματικότητα» εδώ, είχαμε αναλύσει εκτενώς την ατζέντα του Ζοχράν Κουάμε Μαμντάνι, οποίος διεκδικεί να παίξει σημαντικό ρόλο στην κεντρική πολιτική του Δημοκρατικού κόμματος. Υιοθετώντας την ατζέντα της αριστερής πτέρυγας των Δημοκρατικών, αποπειράθηκε να εφαρμόσει μια πολιτική για τα ακίνητα που βασίζεται σε μια απλοϊκή, αλλά επικίνδυνη λογική. Στην υπερφορολόγηση.
Ουσιαστικά η νέα δημοτική αρχή της Νέας Υόρκης προσπάθησε να εξαναγκάσει την αγορά ακινήτων να ενταχθεί σε ένα μοντέλο κεντρικού σχεδιασμού. Η αντίδραση της αγοράς στη φορολογική κίνηση του Μαμντάνι ήταν ακαριαία και προβλέψιμη. Οι επενδυτές, οι οποίοι λειτουργούν με βάση τον ορθολογισμό και το κέρδος, δεν κάθισαν να περιμένουν τη δήμευση των περιουσιών τους. Με αποτέλεσμα αρκετοί από αυτούς να εκφράσουν ανοικτά τη δυσφορία τους, ή ακόμα και να σχεδιάζουν να προβούν σε κινήσεις απομάκρυνσης τους από τη Νέα Υόρκη.
Η ελεύθερη αγορά έχει μια ιδιότητα που οι εμμονικοί ιδεολόγοι της Αριστεράς συχνά παραβλέπουν. Και η ιδιότητα αυτή είναι ότι η οικονομική ελευθερία δεν αναγνωρίζει σύνορα. Όπως είχαμε εξηγήσει, ο επενδυτής σε μια ελεύθερη αγορά μπορεί να αλλάξει πόλη, πολιτεία, κράτος ή ακόμα και ήπειρο. Έτσι όταν ο Μαμντανί αυξάνει το κόστος κατοχής ακινήτων σε επίπεδα που καθιστούν την επένδυση σε οικιστικά ή εμπορικά projects ασύμφορη, δεν «τιμωρεί» απλά τους πλούσιους, οι οποίοι μπορούν να μετακινηθούν αλλού. Καταστρέφει ολόκληρο το επενδυτικό οικοσύστημα. Και στο τέλος της ημέρας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη μείωση των φορολογικών εσόδων. Αυτό που συμβαίνει σήμερα στη Νέα Υόρκη είναι το τέλειο παράδειγμα του πώς ο κρατικός παρεμβατισμός στραγγαλίζει την προσφορά, οδηγώντας τελικά σε υψηλότερες τιμές και σε χειρότερη ποιότητα ζωής για όλους.
Η ελεύθερη οικονομία δεν είναι προαιρετική για μια πόλη, όπως είναι η Νέα Υόρκη. Είναι το ίδιο το οξυγόνο της. Το «Μεγάλο Μήλο» είναι το απόλυτο σύμβολο της οικονομικής ελευθερίας. Και ο Δήμαρχος Ζοχράν Κουάμε Μαμντάνι, είχε βάλει την πόλη σε μια κατάσταση που θα οδηγούσε σε ασφυξία.
Εκείνο που φαίνεται ότι δεν είχε υπολογίσει ο Δήμαρχος της Νέας Υόρκης, είναι ότι οι επενδυτές και οι επιχειρήσεις που αποχωρούν ή μεταφέρουν μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων τους αλλού, δεν παίρνουν μαζί τους μόνο τα έπιπλα των γραφείων τους και τον εξοπλισμό τους. Μαζί τους παίρνουν και το ανθρώπινο δυναμικό, τη φορολογία εισοδήματος των υπαλλήλων τους και την ισχυρή ζήτηση για τοπικές υπηρεσίες και για κατανάλωση. Οπότε η πολιτική του Δημάρχου είναι μια συνταγή καταστροφικής αποδυνάμωσης της Νέας Υόρκης.
Σύμφωνα με το Blοomberg, o Ζοχράν Μαμντάνι, εγκαταλείπει το σχέδιό του να αυξήσει τους φόρους ακίνητης περιουσίας στη Νέα Υόρκη. Και μάλιστα η απόφαση για την απόσυρση αναμένεται να συμπεριληφθεί στο προσχέδιο προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος που αρχίζει την 1η Ιουλίου 2026.
Αρκετοί υποστηρίζουν - εκ των υστέρων βέβαια - ότι ο Δήμαρχος της Νέας Υόρκης είχε εξαγγείλει την αύξηση της φορολογίας της ακίνητης περιουσίας κατά σχεδόν 10%, απλά ως μοχλό πίεσης προς την Πολιτεία της Νέας Υόρκης διεκδικώντας μεγαλύτερη χρηματοδότηση και αυξημένους πολιτειακούς πόρους. Αλλά αυτό δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια προσπάθεια ωραιοποίησης, της πλήρους ανατροπής των προεκλογικών εξαγγελιών.
Σύμφωνα με αναλυτές η αξιολόγηση των διεθνών οίκων για τα οικονομικά της Νέας Υόρκης κατά το πρώτο τετράμηνο του 2026 παρουσιάζει ήδη μια εικόνα ανησυχίας. Αφού και ο προηγούμενος Δήμαρχος Έρικ Άνταμς του Δημοκρατικού κόμματος, είχε αφήσει ένα τεράστιο έλλειμμα ύψους $12 δισ. Η πλειονότητα των οίκων έχει υποβαθμίσει τις οικονομικές προοπτικές της
Νέας Υόρκης από «σταθερές» σε «αρνητικές». Οι διεθνείς οίκοι στέλνουν σήμερα ένα προειδοποιητικό σήμα. Αν οι δημοτικές αρχές της πόλης δεν καταφέρουν να περιορίσουν τις δαπάνες ή να βρουν νέες πηγές σταθερών και βιώσιμων εσόδων μέσα στο επόμενο δωδεκάμηνο, η πιθανότητα μιας πραγματικής υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας είναι ορατή. Και η αλήθεια είναι ότι οι εξαγγελίες του Ζοχράν Κουάμε Μαμντάνι, γέννησαν μια νέα σειρά ανησυχιών στην Moody’s, στην Fitch, στην S&P Global και στην KBRA.
Φυσικά η πρόταση του Δημάρχου της Νέας Υόρκης για την αύξηση της φορολογίας των ακινήτων, είχε τύχει εξαιρετικής υποδοχής από την Αριστερά στη χώρα μας. Το άρθρο που προαναφέραμε και το οποίο δημοσιεύτηκε στις 8 Μαΐου, είχε αμφισβητηθεί ως προς την ακρίβεια του και τη συλλογιστική του, από όψιμους ζηλωτές των λογικών που αντιστρέφονται την οικονομική πραγματικότητα. Φαντάζομαι ότι όλοι αυτοί, παίρνουν σήμερα την απάντηση τους, μετά την εγκατάλειψη του φορολογικού σχεδίου από τον ίδιο, τον Ζοχράν Κουάμε Μαμντάνι.
Η αλήθεια είναι ότι οι φόροι πνίγουν τις επενδύσεις. Πνίγουν τις νέες θέσεις απασχόλησης, τα κέρδη και στο τέλος της γραμμής τα φορολογικά έσοδα. Ωστόσο η εμμονή και η ιδεοληψία της Αριστεράς σε όλα τα πλάτη και μήκη της Γης κάνει πάντα τα ίδια λάθη. Και φυσικά τα πειράματα αυτά, έχουν την ίδια κατάληξη. «Ξεμένουν από λεφτά». Από λεφτά τρίτων.
