Στο τραπέζι βρίσκονται πλέον ακόμη και οι αυξήσεις επιτοκίων, όπως άφησε να εννοηθεί σήμερα η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε την απόφαση της κεντρικής τράπεζας να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στο 2%. Η τοποθέτησή της ενισχύει τις εκτιμήσεις των αγορών ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ενδέχεται να κινηθεί προς αύξηση του κόστους δανεισμού εντός του έτους, πιθανότατα από τον Ιούνιο.
Η Λαγκάρντ ανέφερε ότι η απόφαση για διατήρηση των επιτοκίων ήταν ομόφωνη, υπογραμμίζοντας, ωστόσο, ότι η Ευρωζώνη φαίνεται να απομακρύνεται από το βασικό σενάριο της ΕΚΤ και να κινείται προς πιο δυσμενείς εκδοχές, όπως αυτές είχαν παρουσιαστεί στην προηγούμενη συνεδρίαση. «Το συμπέρασμα είναι ότι σίγουρα απομακρυνόμαστε από το βασικό σενάριο. Πού ακριβώς βρισκόμαστε, σε ποιο σημείο ανάμεσα στο βασικό και τα υπόλοιπα σενάρια, δεν είμαι βέβαιη. Αυτό που έχει κρίσιμη σημασία είναι ο αντίκτυπος των τιμών της ενέργειας», σημείωσε η επικεφαλής της ΕΚΤ.
Υπενθυμίζεται ότι στην προηγούμενη συνεδρίασή της η ΕΚΤ είχε παρουσιάσει τρία σενάρια για την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας, με βάση την εξέλιξη του πολέμου και τις επιπτώσεις στις τιμές του πετρελαίου: ένα βασικό, ένα δυσμενές και ένα ακραίο.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ επανέλαβε τη δέσμευση της κεντρικής τράπεζας για επαναφορά του πληθωρισμού στον στόχο του 2%, λίγη ώρα αφότου η Eurostat ανακοίνωσε ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ανήλθε τον Απρίλιο στο 3%. Παράλληλα, τόνισε ότι το σημερινό επίπεδο των επιτοκίων αποτελεί μια «καλή θέση» για την ΕΚΤ, επιμένοντας ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται συνεδρίαση με συνεδρίαση, με βάση τα εισερχόμενα στοιχεία. Εμφανίστηκε, πάντως, πεπεισμένη ότι οι πληθωριστικές πιέσεις μπορούν να τεθούν υπό έλεγχο.
Η Λαγκάρντ απέρριψε, επίσης, το ενδεχόμενο στασιμοπληθωρισμού, λέγοντας ότι ο όρος ανήκει στη δεκαετία του 1970 και δεν αποτυπώνει τη σημερινή συγκυρία. Όπως εξήγησε, τότε ο πληθωρισμός παρέμενε επίμονα υψηλός, η ανεργία ήταν πολύ αυξημένη και το νομισματικό και δημοσιονομικό πλαίσιο ήταν εντελώς διαφορετικό από το σημερινό. «Δεν εφαρμόζουμε αυτόν τον εντυπωσιακό όρο στις συνθήκες που βιώνουμε, επειδή πιστεύουμε πραγματικά ότι συνδέεται με την κατάσταση της δεκαετίας του ’70», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σε ό,τι αφορά τις επόμενες αποφάσεις της ΕΚΤ, η πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας κατέστησε σαφές ότι καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει η διάρκεια και η ένταση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Παρέπεμψε, δε, στη συνεδρίαση του Ιουνίου, οπότε και θα παρουσιαστούν οι νέες προβλέψεις των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη, καθώς και οι επικαιροποιημένες εκδοχές των σεναρίων.
«Πιστεύουμε ότι οι επόμενες έξι εβδομάδες θα είναι η κατάλληλη περίοδος για να αξιολογήσουμε τις εξελίξεις και να κατανοήσουμε, ειδικότερα, την πιθανή έκβαση της σύγκρουσης. Αν δεν υπάρξει έκβαση, ακόμη και αυτό θα είναι από μόνο του κατατοπιστικό, ώστε να λάβουμε μια τεκμηριωμένη απόφαση με βάση τα επαληθευμένα και αναθεωρημένα δεδομένα», τόνισε.
Η ίδια πρόσθεσε ότι η ΕΚΤ παρακολουθεί διαρκώς τις εξελίξεις, συλλέγοντας τόσο «σκληρά» όσο και «ήπια» δεδομένα, καθώς και αποτελέσματα ερευνών από διαφορετικές πηγές. «Τον Ιούνιο, σε έξι εβδομάδες από τώρα, δεν θα λάβετε μόνο τις προβλέψεις που θα εκπονήσει το προσωπικό μας, αλλά θα δείτε και τα σενάρια όπως θα έχουν αναθεωρηθεί και επικαιροποιηθεί», κατέληξε.
