Όπως γίνεται κάθε τρεις μήνες στις ΗΠΑ, οι μεγάλες τράπεζες είναι αυτές που ξεκινούν τον χορό των τριμηνιαίων εταιρικών αποτελεσμάτων. Έτσι, την Δευτέρα που μας πέρασε έδωσε το σύνθημα η Goldman Sachs (GS NYSE), προχθές Τρίτη ακολούθησαν η JPMorgan Chase (JPM NYSE), η Citigroup (C NYSE), Wells Fargo (WFC NYSE) και χθες Τετάρτη ήταν η σειρά της Morgan Stanley (MS NYSE) Bank of America (BAC NYSE).
Παρά το γεγονός πως οι περισσότεροι επενδυτές τα τελευταία χρόνια δεν δίνουν πλέον πολύ μεγάλη σημασία στο τι κάνουν οι τράπεζες, τα οικονομικά τους αποτελέσματα δεν έχουν πάψει να είναι ενδιαφέροντα για τους οικονομολόγους και τους χρηματιστηριακούς αναλυτές που παρακολουθούν την πορεία της οικονομίας.
Ενδιαφέρουσες είναι πάντα και οι δηλώσεις των ανώτατων διοικητικών στελεχών των τραπεζών και κυρίως του πλέον επιφανούς από αυτούς εδώ και πάρα πολλά χρόνια, δηλαδή του Τζέιμι Ντάιμον της JPMorgan Chase. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από αυτόν και την τράπεζά του.
Όπως διαβάσαμε την Τρίτη στον διεθνή οικονομικό Τύπο, ο Dimon δήλωσε πως κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 η αμερικανική οικονομία ήταν ανθεκτική, οι καταναλωτές εξακολουθούν να έχουν εισοδήματα και να ξοδεύουν χρήματα και οι επιχειρήσεις είναι ακόμα υγιείς.
Επισήμανε επίσης πως αρκετοί ούριοι άνεμοι υποστηρίζουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας, αναφέροντας συγκεκριμένα την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, τις ευεργετικές συνέπειες της μείωσης των ελεγκτικών και εποπτικών βαρών των επιχειρήσεων, τις κεφαλαιακές επενδύσεις που συνοδεύουν την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης και τις αγορές περιουσιακών στοιχείων που εκτελεί η κεντρική τράπεζα.
Όλα αυτά βοήθησαν την τράπεζα να ξεπεράσει τους στόχους της για το πρώτο τρίμηνο και τα κέρδη ανά μετοχή έφθασαν στα 5,94 δολάρια από 5,45 που ανέμεναν οι αναλυτές ενώ ο κύκλος εργασιών έφθασε τα 50,54 δισεκατομμύρια δολάρια από 49,17 πουν ήταν η μέση εκτίμηση των αναλυτών.
Σε αυτή την υπέρβαση όμως, πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξαν τα πολύ αυξημένα έσοδα από τις προμήθειες των πράξεων των πελατών της σε μετοχές και ομόλογα καθώς και οι πολύ αυξημένες αμοιβές για τη δραστηριότητα της τράπεζας στους τομείς των συγχωνεύσεων και εξαγορών.
Όπως ανέφερε ο τίτλος σχετικού άρθρου του Bloomberg προχθές Τρίτη, «οι traders της JPMorgan διέλυσαν τις εκτιμήσεις πετυχαίνοντας έσοδα ρεκόρ». Τα έσοδα αυτά ήταν τα υψηλότερα τριμηνιαία στην ιστορία του συγκεκριμένου τομέα της τράπεζας.
Η εκτίμηση του Dimon για την κατάσταση της οικονομίας δεν ήταν μόνο δική του. Σχεδόν όλοι οι συνάδελφοί του στις μεγάλες τράπεζες είπαν παρόμοια πράγματα.
Ο Brian Moynihan της Bank of America είπε χθες και αυτός πως η οικονομία είναι ανθεκτική, συμπληρώνοντας πως οι πελάτες της είχαν υγιή συμπεριφορά, οι καταναλωτικές δαπάνες ήταν ισχυρές και η ποιότητα των δανείων προς τους πελάτες παραμένει σταθερά καλή.
Όσο αφορά στα αποτελέσματα της τράπεζας, ήταν και αυτά καλύτερα των αναμενόμενων, βοηθούμενα και σε αυτή την περίπτωση από τις πολύ καλές επιδόσεις των trader της τράπεζας και των πελατών της στους τομείς των συναλλαγών μετοχών και ομολόγων και εξαγορών και συγχωνεύσεων.
Τριμηνιαία αποτελέσματα ρεκόρ είχαμε χθες και από την Morgan Stanley, με την υπέρβαση των στόχων να οφείλεται και εδώ στις επιδόσεις ρεκόρ στον τομέα των χρηματιστηριακών συναλλαγών για την ίδια και τους πελάτες της και στον τομέα της επενδυτικής τραπεζικής.
Το Barron’s, σχολιάζοντας τις επιδόσεις της Morgan Stanley, επισήμανε πως οι καλές επιδόσεις στον τομέα των χρηματιστηριακών συναλλαγών οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη σημαντική μεταβλητότητα που επικράτησε το πρώτο τρίμηνο του 2026 στις διεθνείς αγορές, σε μεγάλο βαθμό λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τις αντίστοιχες επιδόσεις της JPMorgan και της Morgan Stanley που αναφέραμε προηγουμένως.
Για να μην επαναλαμβανόμαστε, παρόμοια ήταν τα αποτελέσματα και των υπόλοιπων μεγάλων τραπεζών, όπως και τα σχόλια των διοικήσεών τους για την οικονομία.
Όπως ανέφερε το Barron’s σχολιάζοντας τα νέα της Bank of America, στην «ανθεκτική» οικονομία και στις ισχυρές καταναλωτικές δαπάνες των Αμερικανών αναφέρθηκαν την Τρίτη και η Jane Fraser Citigroup και ο Charles Sharf της Wells Fargo.
Είναι λοιπόν καιρός για πανηγύρια ή υπάρχουν πράγματα που πρέπει να μας προβληματίσουν; Προφανώς και υπάρχουν αν και οι ανησυχίες και οι προβληματισμοί για ενδεχόμενους κινδύνους διαφέρουν λίγο από τράπεζα σε τράπεζα. Ξεκινώντας πάλι από τον Jamie Dimon, πρέπει να ομολογήσουμε πως ήταν αρκετά σαφής.
Αμέσως μετά την αναφορά του στην ανθεκτικότητα της οικονομίας, ο ισχυρότερος τραπεζίτης των ΗΠΑ συνέχισε με το ανησυχεί τον ίδιο και την τράπεζά του: «Την ίδια στιγμή, υπάρχει ένα όλο και πιο πολύπλοκο πλέγμα κινδύνων – όπως οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι πόλεμοι, η αβεβαιότητα στον τομέα του εμπορίου, τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και οι υψηλές τιμές των διάφορων περιουσιακών στοιχείων (elevated asset prices)».
Σχετικά με τα προβλήματα των αγορών private credit, δηλαδή τα δάνεια που χορηγούν σε επιχειρήσεις ιδιωτικές μη τραπεζικές εταιρείες, που ανησυχούν εδώ και αρκετούς μήνες, ο Dimon εξακολουθεί να ανησυχεί και να πιστεύει πως πολλά από τα δάνεια που έχουν χορηγηθεί θα αποδειχθούν προβληματικά όταν αδυνατίσει κάποια στιγμή η οικονομία.
Όπως όμως έγραψε στην επιστολή του που συνόδευσε την ετήσια έκθεση, αυτό το πρόβλημα είναι δύσκολο να αποδειχθεί συστημικό. Πηγαίνοντας στην Wells Fargo, ο Charles Scharf προβληματίζεται από την άνοδο της τιμής των καυσίμων και την επίδρασή της στους καταναλωτές που έχουν χαμηλότερα εισοδήματα.
Ο Scharf φοβάται πως αυτό μπορεί να μειώσει τις καταναλωτικές δαπάνες σε όλα τα υπόλοιπα προϊόντα και υπηρεσίες, επισημαίνοντας όμως ταυτόχρονα πως αυτό δεν πρόκειται να φανεί αμέσως αλλά ύστερα από μερικούς μήνες. Ο ίδιος πρόσθεσε, μιλώντας στους αναλυτές, πως παρά το ότι η οικονομία και οι καταναλωτές αντέχουν μέχρι τώρα, η τράπεζά του παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή το χαρτοφυλάκιο δανείων προκειμένου να εντοπιστούν εγκαίρως ενδεχόμενα προβλήματα στην αποπληρωμή τους.
Παραμένοντας στον τομέα των ανησυχιών, ο οικονομικός διευθυντής της Citigroup Mark Mason εντοπίζει πιθανά προβλήματα από τη διαφορετική συμπεριφορά των καταναλωτών χαμηλών και υψηλών εισοδημάτων.
Όπως επισήμανε το Barron’s, αυτό θυμίζει τη θεωρία σύμφωνα με την οποία η οικονομία των ΗΠΑ έχει χωριστεί σε δύο βασικές κατηγορίες, την υψηλή και τη χαμηλή, με τη μέση τάξη από πλευράς εισοδημάτων να τείνει να εξαφανιστεί.
Αυτό σημαίνει πως ένα μεγάλο μέρος των καταναλωτών και κατά συνέπεια των πελατών των τραπεζών, μπορεί να βρεθεί πολύ εύκολα σε δύσκολη θέση αν μειωθεί ξαφνικά το διαθέσιμο εισόδημά του, κάτι που μπορεί να γίνει σχετικά εύκολα εξαιτίας μίας ανόδου του πληθωρισμού και ιδίως των τιμών των καυσίμων.
Πολλές λοιπόν οι ανησυχίες των διοικήσεων των τραπεζών, ανησυχίες που θα γίνονται όλο και πιο έντονες για όσο καθυστερεί η εξομάλυνση της κατάστασης στη Μέση Ανατολή. Προς το παρόν όμως οφείλουμε να εστιάσουμε περισσότερο στην ομόφωνη εκτίμησή τους για την ανθεκτικότητα της οικονομίας. Χωρίς όμως να ξεχάσουμε όλους τους προβληματισμούς που μας εξέφρασαν τις προηγούμενες τρεις ημέρες.
