Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές εκτιμούν ότι η ο πόλεμος στην Μέση Ανατολή πλησιάζει στο τέλος του.
Το γεγονός πως οι επενδυτές αντέδρασαν πολύ ψύχραιμα στα νέα της αποτυχίας των συνομιλιών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στην πρωτεύουσα του Πακιστάν το περασμένο Σαββατοκύριακο και στην αμερικανική απόφαση για ναυτικό αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ είναι μία σαφέστατη ένδειξη πως πιστεύουν ότι και οι δύο πλευρές έχουν αποφασίσει να επιδιώξουν την σταδιακή απεμπλοκή τους από μία πολεμική αντιπαράθεση που δεν τους ωφελεί πλέον.
Έτσι, οι απώλειες των διεθνών χρηματιστηρίων από την αρχή του πολέμου έχουν μειωθεί δραστικά από την έναρξη του Απριλίου και ύστερα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις έχουν ήδη καλυφθεί.
Όπως διαβάζαμε χθες το πρωί στο Bloomberg, κατά τη συνεδρίαση της Δευτέρας ο αμερικανικός δείκτης S&P 500 κάλυψε όλες τις απώλειες που είχε υποστεί μετά την έναρξη των εχθροπραξιών και την εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου και άλλων καυσίμων και ενεργειακών προϊόντων.
Αν δεν κάνουμε σημαντικό λάθος, οι επενδυτές των διεθνών αγορών πιστεύουν πλέον πως οι αρνητικές συνέπειες του πολέμου στη διεθνή οικονομία και στις προοπτικές της πλειοψηφίας των εισηγμένων επιχειρήσεων θα έχουν τελικά προσωρινό χαρακτήρα και πως σταδιακά θα επιστρέψουμε στην προηγούμενη κατάσταση.
Αν λάβουμε υπόψη μας πως το χθεσινό κλείσιμο, ανοδικό κατά 2,64%, της συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αθηνών βρήκε τον Γενικό Δείκτη πιο ψηλά από το κλείσιμο της τελευταίας χρηματιστηριακής συνεδρίασης πριν την έναρξη του πολέμου (για την ακρίβεια περίπου 0,3% πάνω από το κλείσιμο της 27ης Φεβρουαρίου), είναι φανερό πως η βελτιωμένη επενδυτική διάθεση δεν είναι προνόμιο της Wall Street αλλά έχει φθάσει ήδη και στην Αθήνα.
Έτσι όπως είναι τα πράγματα αυτή τη στιγμή, η συνέχιση της ανοδικής κίνησης που ξεκίνησε το τελευταίο διήμερο του Μαρτίου και ενισχύθηκε μέσα στον Απρίλιο είναι το πιθανότερο ενδεχόμενο.
Αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός πως από την έναρξη του πολέμου μέχρι τώρα έχουν εκδοθεί αρκετές εκθέσεις μεγάλων διεθνών και εγχώριων χρηματιστηριακών αναλυτών για τις ελληνικές τράπεζες και πως σε αρκετές από αυτές έχουν γίνει σημαντικές ανοδικές αναθεωρήσεις των τιμών στόχων των αναλυτών για αυτές, αυτό το ενδεχόμενο μας φαίνεται πολύ λογικό.
Οι τιμές των μεγάλων τραπεζών βρίσκονται αρκετά πιο χαμηλά από τον μέσο όρο των στόχων που έχουν για αυτές οι χρηματιστηριακοί αναλυτές ακόμα και μετά την σημαντική άνοδο των τελευταίων δύο εβδομάδων για το σύνολο των τραπεζικών μετοχών.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των δύο εκθέσεων των σημαντικών διεθνών τραπεζών UBS και HSBC, οι οποίες εκδόθηκαν μέσα στις αργίες του Ορθόδοξου Πάσχα και έδωσαν ανοδική ώθηση στις τραπεζικές μετοχές αλλά και γενικότερα την ελληνική χρηματιστηριακή αγορά κατά τη χθεσινή συνεδρίαση, την πρώτη μετά τις Πασχαλινές μας αργίες.
Καύσιμα για περαιτέρω άνοδο δεν υπάρχουν μόνο στις τραπεζικές μετοχές αλλά και σε πολλές άλλες μεγάλες εισηγμένες του χρηματιστηρίου μας.
Ας μην ξεχνάμε πως κατά το διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την αρχή του Μαρτίου που ξεκίνησε ο πόλεμος μέχρι τώρα έχουν δημοσιοποιηθεί τα αποτελέσματα της μεγάλης πλειοψηφίας των σημαντικών εταιρειών που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον των Ελλήνων και διεθνών επενδυτών.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα οικονομικά αποτελέσματα του 2025 επιβεβαίωσαν τις θετικές προσδοκίες των επενδυτών και η «καθοδήγηση» που έδωσαν οι διοικήσεις για το τρέχον έτος ήταν σε γενικές γραμμές πολύ ενθαρρυντική, παρά το γεγονός πως ήταν σε πολλές περιπτώσεις εξαιρετικά επιφυλακτική λόγω της αβεβαιότητας σχετικά με την εξέλιξη της κατάστασης στην Μέση Ανατολή.
Αυτό, κατά την εκτίμησή μας, σημαίνει πως πολλές μετοχές έχουν ακόμα μεγάλα περιθώρια ανόδου από τα τωρινά επίπεδα εφόσον το διεθνές κλίμα παραμείνει υποστηρικτικό όπως γίνεται τις τελευταίες ημέρες. Ούτως ή άλλως, σημαντική διαφορά από τις τιμές στόχους των αναλυτών και τις τωρινές τιμές και κατά συνέπεια μεγάλο περιθώριο ανόδου υπάρχει και σε αρκετές μετοχές εκτός του τραπεζικού κλάδου.
Επιστρέφουμε λοιπόν στην προ πολέμου κατάσταση όσον αφορά τις προοπτικές για το Χρηματιστήριο Αθηνών και τις εισηγμένες εταιρείες;
Αν η εκτίμηση πως τα χειρότερα από το πολεμικό μέτωπο όσον αφορά στις επιπτώσεις του στη διεθνή οικονομία και τις προοπτικές των επιχειρήσεων είναι πλέον πίσω μας και πως σύντομα θα μπούμε σε μία φάση εξομάλυνσης, τότε η απάντηση στο ερώτημα μπορεί να είναι σχεδόν καταφατική.
Αναφέρουμε το «σχεδόν» γιατί είναι προφανές πως σε κάποιες περιπτώσεις οι συνέπειες του πολέμου θα είναι πιο σημαντικές και αρνητικές απ’ ότι σε άλλες.
Γενικά όμως, έχουμε την εντύπωση πως οι αγορές είναι πρόθυμες να πιστέψουν πως σε λίγους μήνες οι περισσότερες επιπτώσεις του πολέμου θα έχουν ήδη ξεχαστεί.
Και εδώ είναι ένα καλό σημείο για να αναφερθούμε και στους κινδύνους που υπάρχουν για τις διεθνείς και φυσικά και την ελληνική χρηματιστηριακή αγορά. Κάποιοι από αυτούς είναι προφανείς.
Εννοείται πως αν η αποκλιμάκωση της έντασης αποδειχθεί παροδική και αρχίσουν και πάλι οι πολεμικές συγκρούσεις, το πλήγμα για τα χρηματιστήρια θα είναι ισχυρό και απότομο. Εκτός από αυτό το προφανές όμως, υπάρχουν και παγίδες που μπορεί να παραμονεύουν στη συνέχεια. Τι εννοούμε;
Εννοούμε πως υπάρχει το ενδεχόμενο να καθυστερήσει πολύ η επιστροφή της διεθνούς ενεργειακής αγοράς σε ομαλές συνθήκες ακόμα και αν ο πόλεμος έχει ήδη τελειώσει.
Αν φανεί πως η επαναλειτουργία των πετρελαιοπηγών, των διυλιστηρίων, των πετροχημικών εργοστασίων, των εργοστασίων λιπασμάτων και των σταθμών υγροποίησης φυσικού αερίου παίρνει περισσότερο χρόνο από τις μερικές εβδομάδες που θα ήθελαν πολλοί επενδυτές να διαρκέσει, οι συνέπειες για την οικονομία και τις επιδόσεις των επιχειρήσεων στην Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο θα είναι σίγουρα αρνητικές.
Γενικά, ο χρόνος που θα περάσει μέχρι την επαναφορά όλων των ενεργειακών, λιμενικών και βιομηχανικών εγκαταστάσεων κάθε είδους σε κανονικό ρυθμό λειτουργίας στις περιοχές που έχουν πληγεί από τις πολεμικές επιχειρήσεις είναι ένας πολύ κρίσιμος παράγων που θα επηρεάσει ουσιωδώς την επενδυτική διάθεση σε χρονικό ορίζοντα μερικών μηνών.
Στον ίδιο χρονικό ορίζοντα θα φανεί και αν κάποιες άλλες ανησυχίες, κυρίως για την πιθανή έξαρση του πληθωρισμού και την ενδεχόμενη υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας σε διεθνές επίπεδο, είναι τελικά βάσιμες ή όχι. Το ίδιο ισχύει και για τις πιθανολογούμενες αυξήσεις των επιτοκίων αναφοράς από τις κεντρικές τράπεζες.
Σε βραχυπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα λοιπόν, ο βασικός κίνδυνος για την ανοδική πορεία του Χρηματιστηρίου είναι η διάψευση των προσδοκιών για γρήγορη αποκλιμάκωση της έντασης και η επανέναρξη εκτεταμένων πολεμικών επιχειρήσεων. Κοιτώντας πιο μακριά, οι κίνδυνοι σχετίζονται έμμεσα με τον πόλεμο και τις συνέπειές του στην οικονομία.
Επιστρέφοντας όμως στην τωρινή κατάσταση της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς, είναι σαφές πως αυτή την στιγμή θέλει να κινηθεί ακόμα πιο ανοδικά. Όσο οι κίνδυνοι φαντάζουν μακρινοί, είναι πολύ πιθανόν να το καταφέρει.
