Ποιος καταλαβαίνει καλύτερα τον κόσμο;

Οι εκλογές δεν κερδίζονται πάντοτε από εκείνον που υπόσχεται το καλύτερο μέλλον. Όλο και συχνότερα κερδίζονται από εκείνον που κάνει τους πολίτες να αισθάνονται μεγαλύτερη βεβαιότητα για το παρόν.

Για πολλές δεκαετίες θεωρούσαμε σχεδόν αυτονόητο ότι η πολιτική είναι μια σύγκρουση διαφορετικών οραμάτων για το αύριο. Τα κόμματα διαφωνούσαν για τις λύσεις, αλλά απευθύνονταν σε πολίτες που πίστευαν ότι το μέλλον μπορεί να γίνει καλύτερο.

Σήμερα, όμως, το ερώτημα που απασχολεί ολοένα και περισσότερους ανθρώπους δεν είναι μόνο ποιος έχει το καλύτερο σχέδιο. Είναι κάτι πιο θεμελιώδες: ποιος καταλαβαίνει πραγματικά τον κόσμο. 

Η μετατόπιση αυτή είναι βαθύτερη απ' όσο φαίνεται. Όταν η αβεβαιότητα γίνεται κυρίαρχη εμπειρία, οι πολίτες δεν αναζητούν πρώτα νέες υποσχέσεις. Αναζητούν την αίσθηση ότι κάποιος μπορεί να ερμηνεύσει μια πραγματικότητα που μοιάζει όλο και πιο σύνθετη και λιγότερο προβλέψιμη. Πριν πιστέψουν σε μια υπόσχεση, θέλουν να πιστέψουν ότι κάποιος καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται.

Η βεβαιότητα, όμως, δεν σημαίνει αυτό που συχνά νομίζουμε. Δεν είναι η βεβαιότητα ότι όλα θα πάνε καλά. Καμία δημοκρατία δεν μπορεί να την εγγυηθεί και κανένας σοβαρός πολιτικός δεν μπορεί να την υποσχεθεί. Είναι η αίσθηση ότι ο κόσμος εξακολουθεί να έχει συνοχή, ότι τα γεγονότα μπορούν να ερμηνευθούν και ότι, μέσα στην πολυπλοκότητα, υπάρχει μια κατεύθυνση.

Οι άνθρωποι μπορούν να αποδεχθούν δύσκολες αποφάσεις, οικονομικές θυσίες ή ακόμη και περιόδους αβεβαιότητας. Πολύ δυσκολότερα, όμως, αντέχουν την αίσθηση ότι κανείς δεν καταλαβαίνει τι πραγματικά συμβαίνει ή προς τα πού οδηγούνται τα πράγματα.

Αυτό αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο οικοδομείται η πολιτική εμπιστοσύνη. Για πολλά χρόνια θεωρούσαμε ότι στην πολιτική τα πάντα ξεκινούν από το πρόγραμμα. Ότι ο πολιτικός παρουσιάζει τις προτάσεις του και οι πολίτες αποφασίζουν αν θα τις εμπιστευθούν.

Σήμερα, όμως, η διαδικασία ακολουθεί συχνά την αντίστροφη πορεία: πριν αξιολογήσουν τις λύσεις, οι πολίτες αξιολογούν αν ο πολιτικός έχει κατανοήσει σωστά το πρόβλημα.

Η πολιτική πειθώ δεν αρχίζει από τη λύση. Αρχίζει από την κατανόηση της συγκυρίας. 

  • Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού το δείχνει με τον πιο ακραίο τρόπο. Η δύναμή της δεν προήλθε από κάποιο πρόγραμμα ή πολιτική πρόταση· προήλθε από την αίσθηση ότι κατανόησε, πριν από κάθε θεσμικό εκπρόσωπο, τι πραγματικά σήμαινε η Τραγωδία των Τεμπών για την κοινωνία. Η πολιτική της βαρύτητα δεν χτίστηκε πάνω σε λύσεις, αλλά πάνω σε μια ερμηνεία της πραγματικότητας που οι πολίτες αναγνώρισαν ως δική τους πριν από οποιαδήποτε επίσημη απάντηση.
  • Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στο προσκήνιο ακολουθεί, με άλλους όρους, την ίδια λογική. Δεν στηρίζεται, προς το παρόν, σε ένα πλήρες πρόγραμμα διακυβέρνησης. Στηρίζεται σε μια προσπάθεια να ξαναγραφτεί η ίδια η ερμηνεία της συγκυρίας, πριν καν τεθεί το ερώτημα των λύσεων. Το αν θα πείσει δεν θα κριθεί πρώτα από τις προτάσεις του, αλλά από το αν οι πολίτες αναγνωρίσουν στον λόγο του τη δική τους εμπειρία της πραγματικότητας.

Αυτό εξηγεί και ένα ακόμη χαρακτηριστικό της εποχής μας. Όσο πιο σύνθετη γίνεται η πραγματικότητα, τόσο μεγαλύτερη απήχηση αποκτούν οι αφηγήσεις που την καθιστούν ξανά κατανοητή. Δεν είναι απαραίτητα οι πιο ακριβείς. Είναι εκείνες που προσφέρουν μια συνεκτική ερμηνεία του κόσμου.

Η ελληνική εμπειρία των τελευταίων ετών το επιβεβαιώνει με έναν αριθμό: σύμφωνα με έρευνα της Opinion Poll , μόλις το 3% των πολιτών δηλώνει σταθερή κομματική ταύτιση. Δεν πρόκειται για ιδεολογική σύγχυση. Πρόκειται για κατάρρευση της παλιάς προϋπόθεσης ότι η ψήφος εκφράζει πίστη σε ένα όραμα. Ο πολίτης δεν αναζητά πια κόμμα να πιστέψει· αναζητά κάποιον να τον πείσει ότι κατάλαβε σωστά τι συμβαίνει, εκλογή με εκλογή.

Γι' αυτό και οι μεγάλες πολιτικές αντιπαραθέσεις της τελευταίας περιόδου στην Ελλάδα δεν αφορούν πλέον μόνο τις λύσεις. Αφορούν το ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα. 

  • Στο ζήτημα της ακρίβειας, η διαμάχη δεν είναι μόνο για τα μέτρα. Είναι για το αν το πρόβλημα είναι η αισχροκέρδεια, το κόστος ενέργειας ή η πολιτική της Κυβέρνησης.  Όποιος πείσει πρώτος για τη διάγνωση, καθορίζει και το ποιες λύσεις θα ακουστούν ως σοβαρές. Ο πολίτης που πιστεύει ότι φταίει η κερδοσκοπία, δεν πρόκειται να πεισθεί από ένα επιχείρημα για επιτόκια, όσο τεκμηριωμένο κι αν είναι. 
  • Στο μεταναστευτικό, η διαφωνία δεν είναι μόνο για τα μέτρα ελέγχου, αλλά για το αν πρόκειται πρωτίστως για ζήτημα ασφάλειας, ανθρωπιστικής υποχρέωσης ή δημογραφικής ανάγκης. Και η ίδια στατιστική - μια αύξηση αφίξεων, μια απόφαση επανεγκατάστασης - διαβάζεται ως απειλή, ως ηθική υποχρέωση ή ως λύση ανάλογα με το ποια διάγνωση έχει ήδη γίνει αποδεκτή. 
  • Πριν καν συζητηθούν οι απαντήσεις, οι πολίτες διαφωνούν για το ερώτημα. Και όσο διαρκεί αυτή η διαφωνία, κάθε πρόταση πολιτικής μοιάζει να απαντά σε λάθος ερώτημα για όποιον δεν έχει ήδη αποδεχθεί τη διάγνωση από την οποία ξεκίνησε.

Η δημοκρατία δεν προϋποθέτει ότι οι πολίτες συμφωνούν στις λύσεις. Η δύναμή της βρίσκεται ακριβώς στη δυνατότητα να συνυπάρχουν διαφορετικές πολιτικές προτάσεις και διαφορετικά οράματα για το μέλλον. Προϋποθέτει όμως κάτι πιο θεμελιώδες: ένα κοινό σημείο εκκίνησης για τη διαφωνία.

Όταν χάνεται αυτό το κοινό σημείο εκκίνησης, η πολιτική αντιπαράθεση δεν αφορά πλέον τις λύσεις. Αφορά την ίδια την πραγματικότητα.

Η δημοκρατία δεν χρειάζεται πολίτες που συμφωνούν. Χρειάζεται πολίτες που αναγνωρίζουν το ίδιο πρόβλημα.