Στην Κυνουρία, στα χωριά γύρω από τον Τυρό και το Λεωνίδιο, μιλιέται ακόμη μια γλώσσα που κατάγεται σχεδόν αναλλοίωτη από τη Δωρική διάλεκτο.
Το 1907, η απογραφή κατέγραφε 823 ανθρώπους που τη δήλωναν ως κύρια γλώσσα τους.
Το 1981, ένας Γερμανός γλωσσολόγος μέτρησε γύρω στους 300 ενεργούς ομιλητές.
Σήμερα η UNESCO την έχει εντάξει επίσημα στον κατάλογο των γλωσσών υπό εξαφάνιση. Μέχρι το 1997 διδασκόταν στο γυμνάσιο του Τυρού. Έκτοτε όχι.
Δεν πρόκειται για γλώσσα που απαντάται στα βάθη κάποιου τροπικού δάσους. Είναι ελληνικός λόγος, ζωντανός απόγονος της αρχαιότητας, που σβήνει μέρα με τη μέρα στη χώρα που τον γέννησε. Και αυτό συμβαίνει χωρίς κανένας να το προσέξει.
Η ίδια αρχιτεκτονική απώλειας
Ο τρόπος με τον οποίο σβήνει μια γλώσσα παραμένει σχεδόν σταθερός μέσα στον χρόνο. Η πρώτη ρωγμή εμφανίζεται στη μεταβίβαση από γενιά σε γενιά: τα παιδιά καταλαβαίνουν τη γλώσσα των γονιών τους, αλλά δεν τη χρησιμοποιούν στην καθημερινότητά τους.
Ακολουθεί η συρρίκνωση του λεξιλογίου. Επιβιώνουν μόνο οι λέξεις που εξυπηρετούν τις πιο πρακτικές ανάγκες, ενώ οι λεπτές αποχρώσεις της σκέψης χάνονται πρώτες - ακριβώς επειδή είναι οι λιγότερο συχνές στη χρήση.
Στο τέλος μένει ένας πυρήνας λέξεων επιβίωσης, επαρκής για τα απολύτως βασικά και ανεπαρκής για οτιδήποτε πιο σύνθετο, δηλαδή για αφηγήσεις, για συναισθήματα, για ιδέες που απαιτούν βάθος.
Στην Κυνουρία αυτή η διαδικασία είναι καταγεγραμμένη. Στην υπόλοιπη χώρα δεν έχουμε στοιχεία αλλά ενδείξεις εξίσου αποκαλυπτικές.
Στις πανελλαδικές εξετάσεις, κάθε χρόνο ένα σημαντικό ποσοστό υποψηφίων δυσκολεύεται να συνθέσει ένα συνεκτικό κείμενο στη Νεοελληνική Γλώσσα - όχι λόγω έλλειψης ευφυΐας, αλλά επειδή λείπει το γλωσσικό υλικό που απαιτείται για να διατυπωθεί μια σύνθετη σκέψη. Όταν οι λέξεις λιγοστεύουν, περιορίζεται και η δυνατότητα να οργανωθεί, να αναπτυχθεί και να εκφραστεί μια ιδέα με σαφήνεια.
Υπάρχει και ένας δεύτερος μηχανισμός φθοράς, πιο σύγχρονος. Η ευκολία με την οποία αφομοιώνουμε ξένους όρους δεν λειτουργεί πια ως δανεισμός που εμπλουτίζει, όπως έκανε επί αιώνες η ελληνική με λατινικές, τούρκικες ή ιταλικές λέξεις που ενσωμάτωσε και οικειοποιήθηκε.
Λειτουργεί ως υποκατάσταση. Μια αγγλική λέξη δεν έρχεται πια να καλύψει ένα κενό, γιατί συνήθως δεν υπάρχει κενό. Υπάρχει σίγουρα κάποια ελληνική λέξη που απλώς αχρηστεύεται. Η ευκολία της αφομοίωσης, που κάποτε ήταν η δύναμη της γλώσσας μας, γίνεται σήμερα ο μηχανισμός της φτώχειας της. Αφομοιώνουμε τόσο εύκολα και γρήγορα που δεν προλαβαίνουμε καν να αντιληφθούμε τι χάνεται.
Το πολιτικό κενό
Όπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο ως το 2018, η Βουλή είχε τουλάχιστον μια Διακομματική Επιτροπή για το δημογραφικό. Κατάληξε σε κοινό πόρισμα -έστω κι αν έκτοτε «κοιμάται» σε κάποιο συρτάρι η εφαρμόζονται κάποια τμήματα του επιλεκτικά.
Για τη σημερινή γλωσσική υποβάθμιση όμως, δεν υπήρξε ποτέ κάτι αντίστοιχο. Το Ίδρυμα της Βουλής έχει εκδώσει, είναι αλήθεια, έναν πολύτομο έργο με τίτλο «Το γλωσσικό ζήτημα», υπό την επιμέλεια του Γεωργίου Μπαμπινιώτη. Αφορά όμως το ιστορικό γλωσσικό ζήτημα του 19ου και 20ού αιώνα, τη διαμάχη καθαρεύουσας και δημοτικής. Για το σημερινό πρόβλημα -τη συρρίκνωση του ενεργού λεξιλογίου μιας ολόκληρης γενιάς, την αδυναμία σύνθετου λόγου, την αθόρυβη εξαφάνιση διαλέκτων σαν την Τσακωνική- δεν έχει υπάρξει ποτέ ούτε μία σοβαρή διακομματική συζήτηση.
Αυτό δεν είναι τυχαίο. Είναι η ίδια ακριβώς λογική που είδαμε και στο δημογραφικό. Το πρόβλημα που δεν αποδίδει πολιτικά σε μια τετραετία, δεν βρίσκει ποτέ κανέναν αρκετά υπομονετικό να το αναλάβει.
Καμία κυβέρνηση δεν έχει θέσει τη γλωσσική επάρκεια των νέων ως εθνικό στόχο. Δεν υπήρξε ούτε μία σοβαρή κρατική πρωτοβουλία για την καταγραφή και διάσωση των τοπικών ιδιωμάτων που βρίσκονται στην ίδια πορεία με την Τσακωνική - Ποντιακά, Καππαδοκικά, Κατωιταλικά. Ό,τι γίνεται, όπου γίνεται, είναι αποτέλεσμα της δουλειάς μεμονωμένων εκπαιδευτικών και τοπικών συλλόγων και πάντως δεν είναι προϊόν εθνικής πολιτικής.
Την ίδια στιγμή, η δημόσια συζήτηση για τη γλώσσα περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις εξετάσεις. Το ζητούμενο είναι οι μαθητές να «πιάσουν τη βάση» στη Νεοελληνική, όχι να αποκτήσουν πραγματική γλωσσική επάρκεια. Η γλώσσα αντιμετωπίζεται ως τεχνικό εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί, όχι ως εργαλείο σκέψης που πρέπει να καλλιεργηθεί.
Τα Κρητικά ως αντεπιχείρημα
Δεν είναι ασφαλώς όλες οι ελληνικές διάλεκτοι καταδικασμένες να έχουν την ίδια τύχη.
Ως Κρητικός, γνωρίζω ότι η Κρητική διάλεκτος, αντίθετα από την Τσακωνική, ανανεώνεται διαρκώς από γενιά σε γενιά, μέσα από τη μαντινάδα, το τραγούδι, την καθημερινή ομιλία στα χωριά και στις πόλεις του νησιού και όχι μόνο.
Κρατάει ζωντανό έναν κρίκο με την αρχαιότητα που σπάνια συναντά κανείς αλλού με τέτοια φυσικότητα. Η γίδα λέγεται ακόμη «αίγα», όπως στην αρχαία «αἴξ, αἶγα», η κότα «όρνιθα», όπως το αρχαίο «ὄρνις, όρνιθα» και εκατοντάδες άλλες λέξεις. Δεν είναι αρχαιοπρέπεια από ιδεοληψία. Είναι καθημερινός λόγος που κουβαλάει, χωρίς να το επιδιώκει, τρεις χιλιάδες χρόνια ιστορίας.
Θα μπορούσα για παράδειγμα να πω στα παιδιά μου : «Όντε γρικά ένας τη γλώσσα ντο πατέρω ντου, γρικά κι όλη την Ελλάδα άπου πέρασε από μέσα τζη. Η γλώσσα δε σώνεται με νόμους· σώνεται όντε μιλιέται».
Και αυτά να μου απαντάνε με φυσικότητα : «Ετσά ναι. Όντε γρικώ τα Κρητικά, αθιβολώ την ιστορία» .
Η Τσακωνική διάλεκτος, λοιπόν, μας δείχνει τι σημαίνει να φτάσεις στο τέλος μιας διαδρομής χωρίς κανείς να το αντιμετωπίσει σοβαρά. Η Κρητική ακριβώς το αντίθετο. Μια διάλεκτος μπορεί να παραμείνει ζωντανή, όχι επειδή κάποιος νόμος τη διέσωσε, αλλά επειδή μια κοινότητα συνέχισε να τη μιλάει, γενιά με γενιά, χωρίς να το θεωρεί κατόρθωμα ή ταμπού.
Η ερώτηση που μένει είναι αν αυτό αρκεί ως στρατηγική για μια ολόκληρη γλώσσα, ή αν κάποια στιγμή, χωρίς πολιτική βούληση, ακόμη κι αυτό που φαίνεται σήμερα αυτονόητο θα αρχίσει να ξεθωριάζει το ίδιο αθόρυβα.
