Στις 10 Ιουνίου 1898, στο νησί Κρκ της Αδριατικής, ένας εβδομηντατετράχρονος πρώην κουρέας ονόματι Τουόνε Ουντάινα σκοτώθηκε από έκρηξη μιας ξεχασμένης νάρκης σε ένα εργοτάξιο.
Με τον θάνατό του χάθηκε κάτι πολύ μεγαλύτερο από μία ζωή: χάθηκε η Δαλματική γλώσσα. Μια γλώσσα που μιλούσαν σε ολόκληρη την ανατολική ακτή της Αδριατικής επί αιώνες. Ένας Ιταλός γλωσσολόγος πρόλαβε, τον προηγούμενο χρόνο να καταγράψει από τον Ουντάινα γύρω στις 2.800 λέξεις. Αυτό απέμεινε. Μια γλώσσα δεν πεθαίνει με δελτία Τύπου και ανακοινώσεις. Πεθαίνει όταν πεθάνει ο τελευταίος που την μιλάει.
Οι Σπαρτιάτες, από την άλλη, δεν χρειάστηκαν κανέναν εξωτερικό εχθρό να τους κατατροπώσεις και να εξαφανιστούν ως πολεμική δύναμη. Ο Αριστοτέλης, στα Πολιτικά, περιγράφει με ακρίβεια πώς η Σπάρτη κατέρρευσε δημογραφικά ,ενώ ακόμη θριάμβευε στρατιωτικά. Ονόμασε το φαινόμενο αυτό «Ολιγανδρία».
- Ο αριθμός των πολιτών-οπλιτών, δηλαδή η ραχοκοκαλιά του Σπαρτιατικού στρατού, μειωνόταν σταθερά επί γενιές, μέχρις ότου η πόλη που είχε συντρίψει την Αθήνα δεν διέθετε πια αρκετούς άνδρες να παρατάξει στο πεδίο της μάχης. Κανείς δεν κατάκτησε τη Σπάρτη, έσβησε από μόνη της .
Αυτές οι δύο ιστορίες, η μία γλωσσική και η άλλη δημογραφική, περιγράφουν το ίδιο φαινόμενο σε δύο διαφορετικές εκδοχές . Περιγράφουν τον αργό, σχεδόν απένθητο και ανώδυνο θάνατο μια χώρας.
Η Ελλάδα σήμερα, απειλείται και από τις δύο αυτές μορφές αφανισμού.
- Το δημογραφικό απειλεί τη χώρα με τον τρόπο της Σπάρτης: λιγότεροι άνθρωποι, λιγότερα χωριά που ζουν, λιγότερα σχολεία που λειτουργούν, μέχρι η δημογραφική πυραμίδα να γίνει κάτι που δεν αντέχει το ίδιο της το βάρος.
- Το γλωσσικό απειλεί την Ελληνική με τον τρόπο του Τουόνε Ουντάινα. Δεν εξαφανίζεται βίαια, αλλά διά της αδιαφορίας σειράς γενιών που χρησιμοποιηθούν όλο και λιγότερες λέξεις, διαβάζουν όλο και λιγότερο, και σκέφτεται με έναν κώδικα όλο και πιο φτωχό.
Και εδώ έρχεται το ερώτημα : Θα το αφήσουμε να συμβεί;
Το 2016, η Βουλή συνέστησε τη Διακομματική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για το Δημογραφικό. Επί δύο χρόνια βουλευτές όλων των κομμάτων κάλεσαν σε ακρόαση ειδικούς, συλλόγους, δημογράφους.
Τον Δεκέμβριο του 2018 παρέδωσε το πόρισμά της. Το πόρισμα, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο «πέρασε στα ψιλά». Οι διακομματικές συναινέσεις που είχαν χτιστεί μέσα στην επιτροπή ξεχάστηκαν αμέσως μόλις βγήκε η κάθε πλευρά από την αίθουσα. Το πόρισμα μπήκε στο συρτάρι, όπου πιθανότατα βρίσκεται ακόμη.
Για το γλωσσικό ζήτημα δεν έχει υπάρξει καν αντίστοιχη επιτροπή. Ούτε πόρισμα, ούτε συρτάρι. Ένα ζήτημα που ο ίδιος ο Αριστοτέλης θα αναγνώριζε ως προϋπόθεση επιβίωσης, δεν έχει καν φτάσει στο επίπεδο της θεσμικής καταγραφής.
Αυτή η ασυμμετρία δεν είναι τυχαία. Και τα δύο ζητήματα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό που τα καθιστά πολιτικά άβολα: κανένα δεν συνεπάγεται άμεσο πολιτικό όφελος για όσους αποφασίσουν να ασχοληθούν μ αυτά.
Όποιος επενδύσει σήμερα σε ένα σοβαρό δημογραφικό πρόγραμμα ή σε μια σοβαρή γλωσσική πολιτική, πιθανότατα δεν θα δει το αποτέλεσμα των δράσεων του ποτέ.
Και όταν τελικά καταγραφεί το αποτέλεσμα, δεν θα πιστωθεί σε αυτόν που πήρε τις πρωτοβουλίες . Θα πιστωθεί, αν πιστωθεί κάπου, σε κάποιον άλλο, πολύ αργότερα.
Επίσης , η διαπίστωση της αποτυχίας - όπως αυτή που κάνουμε τώρα, δεν χρεώνεται σε κανένα συγκεκριμένα. Χρεώνεται σε όλο το πολιτικό προσωπικό των τελευταίων δεκαετιών εξίσου, πράγμα που στην πράξη σημαίνει ότι δεν χρεώνεται σε κανένα ! Δεν υπάρχει το «αυτός φταίει». Και όταν δεν υπάρχει συγκεκριμένος υπαίτιος, δεν υπάρχει ούτε πίεση για αλλαγή.
Αυτό είναι από τα μεγαλύτερα παράδοξα της πολιτικής: τα προβλήματα που βλάπτουν περισσότερο, είναι ουσιαστικά αυτά που τιμωρούν λιγότερο αυτόν που τα αγνοεί. Και ακριβώς επειδή δεν τιμωρούν, συνεχίζουν να αγνοούνται.
Είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για πατριωτισμό μέσα από αμυντικά δόγματα και δύναμη αποτροπής. Δυσκολότερο είναι να αναγνωρίσει ότι μια χώρα μπορεί να διαθέτει τα ισχυρότερα σύνορα του κόσμου και ταυτόχρονα να απομοιώνεται εσωτερικά η Σπάρτη, ή να ξεχνά τη γλώσσα της, όπως την ξέχασε το νησί Κρκ.
Ο πραγματικός πατριωτισμός σήμερα δεν μετριέται μόνο στα σύνορα. Μετριέται και στο αν κάποιος τολμήσει να ασχοληθεί με ό,τι δεν θα του πιστωθεί ποτέ.
Η Δαλματική γλώσσα δεν είχε τη δυνατότητα να σωθεί μόνη της. Η Σπάρτη δεν είχε πια τους ανθρώπους να αναστρέψει την πορεία της. Ο Ελληνισμός, σήμερα, έχει ακόμη και τα δύο. Το ερώτημα είναι αν θα βρεθεί κάποιος να κάνει κάτι πριν είναι πολύ αργά.
Στα άρθρα που θα ακολουθήσουν, θα επιχειρηθεί μια προσέγγιση αυτής της δίδυμης απειλής. Όχι με διάθεση κινδυνολογίας, αλλά με την ειλικρινή αγωνία για το μέλλον μιας χώρας με σπουδαία ιστορία, που όμως δεν μπορεί να ζήσει μόνο με την επίκληση της.
Με την αγωνία δηλαδή, μήπως κάποια στιγμή ξυπνήσουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώραςκαι συνειδητοποιήσουν την αξία του συνθήματος που είδα στο τοίχο της Νομικής όταν είχα πάει να εγγραφώ, «εκτός από την Ιδεολογία, υπάρχει και η μοναξιά». Τότε, δεν είχα καταλάβει ακριβώς το νόημα. Τώρα μου είναι απόλυτα ξεκάθαρο.
