Υπάρχουν περιπτώσεις στην πολιτική όπου μια εξαγγελία λέει πολύ περισσότερα από το ίδιο της το περιεχόμενο. Αποκαλύπτει έναν τρόπο σκέψης. Μια αντίληψη για το κράτος, την οικονομία, την κοινωνία και τελικά για την ίδια την πολιτική.
Οι πρόσφατες προτάσεις για δωρεάν μετακινήσεις αποτελούν κλασσικό παράδειγμα. Αρχικά ανακοινώθηκε η δωρεάν μετακίνηση για τους νέους έως 24 ετών. Λίγο αργότερα, η πρόταση διευρύνθηκε σε δωρεάν μετακινήσεις για όλους τους πολίτες των μεγάλων πόλεων.
Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με το περιεχόμενο της πρότασης, η συζήτηση αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα: την τάση της πολιτικής να ξεκινά από το αποτέλεσμα - που θεωρεί ότι της προσδίδει εκλογικό όφελος και να αναζητά εκ των υστέρων τον τρόπο υλοποίησης του. Ακόμα και αν αυτό είναι «στο περίπου » ή και εντελώς ανέφικτο.
Η οικονομική πολιτική όμως δεν λειτουργεί έτσι. Δεν αρχίζει από την ανακοίνωση μιας παροχής, αλλά από την απάντηση σε μια σειρά ερωτημάτων. Ποιο είναι το κόστος; Ποιοι είναι οι δικαιούχοι; Πώς ορίζονται; Πώς χρηματοδοτείται το μέτρο; Ποιες είναι οι συνέπειες και ποια τα αναμενόμενα οφέλη;
Το πρόσφατο παράδειγμα λοιπόν, είναι ενδεικτικό. Μια φαινομενικά απλή εξαγγελία – που οδήγησε άμεσα σε πλειοδοσία, γεννά αμέσως πρακτικά και δημοσιονομικά ερωτήματα.
Ποιοι ακριβώς δικαιούνται τη δωρεάν μετακίνηση; Μόνο οι Έλληνες πολίτες; Οι φορολογικοί κάτοικοι; Οι πολίτες άλλων κρατών-μελών που εργάζονται και φορολογούνται στην Ελλάδα; Οι νόμιμοι μετανάστες που ζουν μόνιμα στη χώρα; Και πώς μπορεί να κοστολογηθεί με σοβαρότητα ένα μέτρο όταν δεν έχουν προηγουμένως αποσαφηνιστεί οι βασικές του παράμετροι;
Η εξαγγελία είναι το εύκολο μέρος. Η διακυβέρνηση όμως, αρχίζει εκεί όπου τελειώνει το σύνθημα. Και το ζήτημα δεν είναι η ουσία της εξαγγελίας, είναι ο συλλογισμός που οδηγεί σ αυτήν.
Η πολιτική του «άρπα-κόλλα» δεν χαρακτηρίζεται μόνο από όσα υπόσχεται, αλλά και από τη σειρά με την οποία σκέφτεται. Πρώτα ανακοινώνει το αποτέλεσμα και μετά αναζητά τον τρόπο εφαρμογής του. Πρώτα διαμορφώνει το σύνθημα και ύστερα αναζητά τα στοιχεία που θα το στηρίξουν. Η σοβαρή δημόσια πολιτική ακολουθεί την αντίστροφη διαδρομή. Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος.
Η χώρα άλλαξε. Η κοινωνία άλλαξε. Οι πολίτες άλλαξαν. Δεν είναι βέβαιο ότι άλλαξε και η αντιπολίτευση.
Η χρεοκοπία, η τεχνολογική επανάσταση, οι δημογραφικές εξελίξεις και οι νέες γεωπολιτικές συνθήκες διαμόρφωσαν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα από εκείνη της δεκαετίας του 1980. Οι πολίτες έγιναν πιο απαιτητικοί απέναντι στις πολιτικές υποσχέσεις. Δεν αναρωτιούνται μόνο τι υπόσχεται ένας πολιτικός. Αναρωτιούνται αν αυτό που υπόσχεται μπορεί να εφαρμοστεί.
Κι όμως, ένα σημαντικό τμήμα της κεντροαριστεράς και της αριστεράς εξακολουθεί να προσεγγίζει τα προβλήματα μέσα από ένα πλαίσιο σκέψης που διαμορφώθηκε σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες.
Για δεκαετίες η ελληνική πολιτική οργανώθηκε γύρω από ένα σχετικά απλό ερώτημα: ποιος θα μοιράσει περισσότερα. Δεν ήταν αποκλειστικό χαρακτηριστικό ενός μόνο πολιτικού χώρου, βέβαια.
Η μεταπολιτευτική Ελλάδα – ειδικά από τη δεκαετία του 80 και μετά, αντιμετώπισε συνολικά το κράτος περισσότερο ως μηχανισμό διανομής πόρων, παρά ως μηχανισμό δημιουργίας των προϋποθέσεων που παράγουν αυτούς τους πόρους.
Σήμερα όμως, αυτή η λογική εκφράζεται μόνο από την αντιπολίτευση. Η απάντηση σε κάθε κοινωνικό πρόβλημα καταλήγει συχνά στην ίδια πολιτική συνταγή: περισσότερες υποσχέσεις για παροχές και περισσότερη κρατική δαπάνη.
Το πρόβλημα δεν είναι οι παροχές αυτές καθ αυτές. Μια οργανωμένη κοινωνία, άλλωστε, οφείλει να στηρίζει τους πιο αδύναμους και να επενδύει στη συνοχή της. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η συζήτηση ξεκινά από τη διανομή, χωρίς να έχει προηγηθεί η συζήτηση για την παραγωγή του πλούτου που θα χρηματοδοτήσει αυτή τη διανομή.
Οι κοινωνικές παροχές προϋποθέτουν πόρους και οικονομική βάση. Οι κοινωνικές πολιτικές απαιτούν παραγωγή πλούτου. Όλες οι πολιτικές επιλογές εμπεριέχουν κόστος.
Η πολιτική του «άρπα-κόλλα» αδυνατεί να δει αυτή τη σχέση. Υποθέτει ότι η διακήρυξη μιας πρόθεσης αρκεί από μόνη της για να δημιουργήσει και τις προϋποθέσεις υλοποίησής της. Γι' αυτό και συχνά η εξαγγελία προηγείται της σκέψης, η υπόσχεση της κοστολόγησης και η επικοινωνία του σχεδιασμού.
Γι' αυτό και η κρίση της αντιπολίτευσης δεν είναι πρωτίστως οργανωτική. Δεν εξηγείται από την πολυδιάσπαση, τις ηγεσίες ή τις δημοσκοπήσεις. Είναι βαθύτερη. Αφορά την ικανότητά της να διαβάσει μια κοινωνία που έχει αλλάξει και να προσαρμόσει ανάλογα τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και παράγει πολιτική.
Η αντιπολίτευση -συνολικά, δεν πείθει όχι μόνο γιατί δεν έχει αλλάξει τρόπο προσεγγίσεις των προβλημάτων, αλλά διότι εξακολουθεί να πιστεύει ότι το λάθος το κάνει η κοινωνία και όχι η ίδια.
Οι πολιτικές παρατάξεις βέβαια δεν παρακμάζουν όταν χάνουν εκλογές. Αυτό είναι το αποτέλεσμα. Παρακμάζουν όταν παύουν να κατανοούν την συγκυρία και να προσαρμοστούν αναλόγως.
Και αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής κεντροαριστεράς σήμερα. Δεν μπορεί να ανανεώσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα, διότι συνεχίζει να αναζητά τις απαντήσεις του αύριο, μέσα στις βεβαιότητες του χθες.
