Αν παρατηρήσει κανείς την ελληνική κοινωνία των τελευταίων ετών, θα διαπιστώσει μια αλλαγή που συχνά περνά απαρατήρητη. Τα «ξεχωριστά καφενεία» του παρελθόντος, εκείνα που κάποτε χώριζαν τη χώρα σε αντίπαλα στρατόπεδα, ανήκουν πλέον στο παρελθόν.
Οι πολίτες εξακολουθούν να διαφωνούν πολιτικά, όμως η διαφωνία δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε εχθρότητα. Οι εποχές που οι πολιτικές ταυτότητες χώριζαν οικογένειες, παρέες και γειτονιές έχουν σε μεγάλο βαθμό παρέλθει. Σήμερα άνθρωποι με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις εργάζονται, συνεργάζονται και συνυπάρχουν καθημερινά, ενώ βρίσκονται αντιμέτωποι με τις ίδιες προκλήσεις. Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η ασφάλεια, η ποιότητα της δημόσιας διοίκησης και η γεωπολιτική αβεβαιότητα δεν κάνουν κομματικές διακρίσεις.
Το συμπέρασμα εκ πρώτης όψεως είναι ότι η κοινωνία μοιάζει σήμερα περισσότερο διατεθειμένη να αναζητήσει πρακτικές λύσεις, παρά να υπερασπιστεί ιδεολογικά χαρακώματα.
Η εικόνα παρ όλα αυτά διαφοροποιείται μόλις το βλέμμα μετατοπιστεί από την κοινωνία προς την κορυφή του πολιτικού συστήματος.
Εκεί συναντά κανείς μια διαφορετική πραγματικότητα. Μια σχεδόν μόνιμη απροθυμία συνεννόησης. Μια «κουλτούρα αρνησικυρίας», όπου η συνεργασία αντιμετωπίζεται ως αδυναμία, η σύνθεση ως ύποπτος συμβιβασμός και η συμφωνία ως πολιτικός κίνδυνος.
Το φαινόμενο είναι τόσο διαδεδομένο ώστε συχνά περνά ως φυσιολογικό. Δεν είναι όμως.
Η πιο χαρακτηριστική του έκφραση είναι οι εκ των προτέρων αποκλεισμοί συνεργασιών. Πριν ακόμη στηθούν οι κάλπες, πολιτικοί αρχηγοί σπεύδουν να δηλώσουν ότι δεν πρόκειται να συνεργαστούν με συγκεκριμένα κόμματα ή, ακόμη περισσότερο, με κανέναν.
Οι εκλογές παρουσιάζονται ως αναμέτρηση απόλυτης επικράτησης και όχι ως διαδικασία από την οποία μπορεί να προκύψει κάποια σύνθεση, που να αξιοποιεί πιθανές προγραμματικές συγκλίσεις.
Πρόκειται για μια στάση που δύσκολα συναντά κανείς σε ώριμες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες.
Η πολιτική ωστόσο, δεν υπάρχει για να επιβεβαιώνει διαφορές, αλλά για να παράγει αποφάσεις και να αναδεικνύει κυβερνήσεις. Όταν οι ηγεσίες δηλώνουν εκ των προτέρων ότι αδυνατούν να βρουν μεταξύ τους κοινό τόπο, στην πραγματικότητα ομολογούν τα ακραία όρια της ίδιας της πολιτικής τους λειτουργίας.
Η ίδια λογική εμφανίζεται ακόμη πιο έντονα στις μεγάλες θεσμικές μεταρρυθμίσεις.
Η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Υπάρχουν ζητήματα στα οποία οι διαφορές των κομμάτων είναι συχνά μικρότερες απ’ όσο παρουσιάζονται στη δημόσια αντιπαράθεση. Η ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών ή η συζήτηση για την ανώτατη εκπαίδευση αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις.
Κι όμως, όταν η ώρα των αποφάσεων φτάνει, οι προγραμματικές συγκλίσεις υποχωρούν μπροστά στην κομματική σκοπιμότητα. Η αντιπολίτευση δυσκολεύεται να στηρίξει μια πρωτοβουλία της κυβέρνησης, ενώ η κυβέρνηση δυσκολεύεται να αποδεχτεί προτάσεις τις αντιπολίτευσης.
Συχνά δεν συγκρούονται οι ιδέες, αλλά τα κομματικά λογότυπα που τις συνοδεύουν.
Πίσω από αυτή τη συμπεριφορά, κρύβεται μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη της θεωρίας του «μηδενικού αθροίσματος». Η πεποίθηση δηλαδή ότι το πολιτικό κέρδος του ενός, συνιστά αυτομάτως, ισόποση ζημία του άλλου. Ότι αν μια μεταρρύθμιση πετύχει, το όφελος θα το καρπωθεί αποκλειστικά εκείνος που την εισηγήθηκε. Έτσι, η πολιτική μετατρέπεται συχνά σε διαγωνισμό αμοιβαίας παρεμπόδισης, αντί για διαδικασία παραγωγής λύσεων.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη νομοθέτηση. Επεκτείνεται και στη λειτουργία των ίδιων των θεσμών.
Οι Ανεξάρτητες Αρχές για παράδειγμα, σχεδιάστηκαν ώστε να στελεχώνονται από πρόσωπα ευρύτερης αποδοχής. Η αυξημένη πλειοψηφία που προβλέπει το Σύνταγμα δεν αποτελεί τεχνική λεπτομέρεια. Αποτελεί συνειδητή επιλογή υπέρ της συναίνεσης και της θεσμικής ισορροπίας.
Στην πράξη, όμως, η αναζήτηση κοινών προσώπων μετατρέπεται συχνά σε πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης. Ακόμη και μετά τη μείωση του απαιτούμενου ορίου σύμπτωσης στα 3/5 των Βουλευτών της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, η συνεννόηση παραμένει δύσκολη. Η άρνηση δεν είναι πλέον μέσο πίεσης. Τείνει να μετατραπεί σε αυτοσκοπό.
Το ίδιο συνέβη επί χρόνια και με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ένας θεσμός που προοριζόταν να συμβολίζει την ενότητα του έθνους, χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένα ως εργαλείο πρόκλησης πρόωρων εκλογών. Χρειάστηκε να αλλάξει το ίδιο το Σύνταγμα για να αποσυνδεθεί η εκλογή του Προέδρου από τη διάλυση της Βουλής και να περιοριστεί αυτή η πρακτική. Αυτό από μόνο του λέει πολλά.
Η πολιτική επιστήμη έχει προσπαθήσει να εξηγήσει τέτοιες συμπεριφορές. Ο Φρόιντ μάλιστα, μιλούσε για τον «ναρκισσισμό των μικρών διαφορών».
Όταν οι μεγάλες διαφορές μειώνονται, οι μικρές αποκτούν δυσανάλογα μεγάλη σημασία. Στη σύγχρονη πολιτική, αυτό σημαίνει ότι κόμματα με αρκετές κοινές προγραμματικές θέσεις, συχνά επενδύουν περισσότερο σε όσα τα χωρίζουν, παρά σε όσα τα ενώνουν.
Το πρόβλημα ενισχύεται από το σημερινό επικοινωνιακό περιβάλλον. Η διαφωνία και πολύ περισσότερο η καταγγελία, χωρά ευκολότερα σε έναν τίτλο ή σε μια ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα από τη σύνθεση που απαιτεί περισσότερη εξήγηση. Η άρνηση είναι πιο εύκολη από τη συμφωνία, ακόμη κι όταν η συμφωνία υπηρετεί καλύτερα το δημόσιο συμφέρον.
Βεβαίως, το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό. Οι περισσότερες δυτικές δημοκρατίες αντιμετωπίζουν αντίστοιχο περιβάλλον πόλωσης. Στην Ελλάδα, όμως, η παράδοση των ισχυρών μονοκομματικών κυβερνήσεων επί δεκαετίες, διαμόρφωσε μια πολιτική κουλτούρα που αντιμετωπίζει τη συνεργασία ως εξαίρεση και όχι ως φυσιολογικό στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας.
Οι συνέπειες είναι ορατές.
Μεταρρυθμίσεις που θα έπρεπε να διαθέτουν διακομματική διάρκεια συχνά ανατρέπονται από την επόμενη κυβέρνηση- αν δηλαδή εν τω μεταξύ δεν έχουν ανατραπεί από τον επόμενο Υπουργό της ίδιας κυβέρνησης. Η Παιδεία, η Υγεία, η Δικαιοσύνη και η Δημόσια Διοίκηση εγκλωβίζονται σε έναν κύκλο διαρκών αλλαγών χωρίς συνέχεια και σταθερότητα.
Ακόμη σοβαρότερη είναι η επίδραση στους πολίτες. Όταν η πολιτική μοιάζει ανίκανη να συμφωνήσει ακόμη και στα αυτονόητα, ενισχύεται η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς. Η αποχή, ο κυνισμός και η πεποίθηση ότι «όλοι είναι ίδιοι» δεν γεννιούνται στο κενό. Τροφοδοτούνται από την εικόνα ενός πολιτικού συστήματος που συχνά μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για το ποιος θα πιστωθεί μια επιτυχία, παρά για το αν αυτή θα επιτευχθεί.
Η ελληνική κοινωνία έχει αλλάξει πολύ περισσότερο απ’ όσο φαίνεται να αντιλαμβάνονται οι πολιτικές της ηγεσίες. Έχει γίνει πιο πραγματιστική, λιγότερο δογματική και περισσότερο προσανατολισμένη στα αποτελέσματα.
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν οι πολίτες είναι έτοιμοι για περισσότερη σύνθεση και λιγότερη σύγκρουση.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα να μην αφορά την κοινωνία. Ίσως να αφορά το κατά πόσο το πολιτικό σύστημα είναι έτοιμο να ακολουθήσει την κοινωνία που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.
