Δύο Ελλάδες, μία κάλπη

Το στερεότυπο είναι ότι η ελληνική περιφέρεια μαραζώνει επειδή την εγκατέλειψαν. Τα στοιχεία δείχνουν κάτι πιο σύνθετο και ίσως πιο ανησυχητικό: μαραζώνει ενώ χρηματοδοτείται!

Τα τελευταία χρόνια, δισεκατομμύρια ευρώ κατευθύνθηκαν στις περιφέρειες της χώρας μέσω ΕΣΠΑ, διαφόρων επιδοτήσεων, έργων υποδομής και αναπτυξιακών προγραμμάτων. Δρόμοι κατασκευάστηκαν, λιμάνια αναβαθμίστηκαν, δίκτυα επεκτάθηκαν, δημόσιες επενδύσεις υλοποιήθηκαν. Κι όμως, τα χωριά αδειάζουν, τα νησιά γερνούν και οι νέοι συνεχίζουν να αναζητούν το μέλλον τους αλλού.

Αν το χρήμα από μόνο του αποτελούσε τη λύση, η εικόνα θα ήταν διαφορετική. Είναι προφανές ότι δεν είναι. Και αυτό σημαίνει ότι η συζήτηση για την ανάπτυξη, ξεκινά από μια λανθασμένη παραδοχή.

Οι υποδομές είναι το έδαφος, όχι ο σπόρος

Το λάθος δεν είναι ότι κατασκευάστηκαν δρόμοι. Το αντίθετο, χωρίς δρόμο, ρεύμα, λιμάνι και δίκτυο, καμία επιχείρηση δεν πρόκειται ποτέ να εγκατασταθεί σε έναν τόπο. Κανένας δεν στήνει μονάδα παραγωγής εκεί από όπου το εμπόρευμα δεν μπορεί να διακινηθεί.

Οι υποδομές λοιπόν, είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά δεν είναι ικανή. Αποτελούν την προϋπόθεση της ανάπτυξης, όχι όμως την ίδια την ανάπτυξη.

Και εδώ είναι το λογικό σφάλμα. Το αναπτυξιακό μοντέλο περιορίστηκε στο έδαφος. Έστρωσε τον δρόμο και θεώρησε ότι η δουλειά τελείωσε, σαν να επρόκειτο να εμφανιστούν επιχειρήσεις και άνθρωποι από μόνοι τους, επειδή υπάρχει πλέον άσφαλτος. Προφανώς, δεν εμφανίστηκαν. 

Ο επιχειρηματίας που θα επενδύσει, ο γιατρός που θα στελεχώσει ένα αγροτικό ιατρείο, η οικογένεια που θα κρατήσει ανοιχτό ένα σχολείο αναζητούν κάτι περισσότερο από υποδομές. Αναζητούν ένα μέλλον που να αξίζει τον κόπο.

Το ισοζύγιο που δεν μπαίνει σε δελτίο Tύπου 

Η πραγματική ανάπτυξη δεν αποτυπώνεται μόνο στους Προϋπολογισμούς και στα δελτία απορρόφησης κονδυλίων. Αποτυπώνεται κυρίως στις γεννήσεις.

Το 2024 η Ήπειρος κατέγραψε 4.192 θανάτους και μόλις 1.790 γεννήσεις. Στο Βόρειο Αιγαίο οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις κατά περίπου χίλιους ανθρώπους. Στο Ιόνιο οι γεννήσεις ήταν 1.531 έναντι 2.666 θανάτων.

Αυτά τα στοιχεία περιγράφουν μια κοινωνία που συρρικνώνεται. Και το πρόβλημα αυτό δεν λύνεται με ένα ακόμη συγχρηματοδοτούμενο έργο. Λύνεται μόνο όταν υπάρχει λόγος για έναν νέο άνθρωπο να μείνει, να εργαστεί και να δημιουργήσει οικογένεια στον τόπο του.

Η απόδειξη: Όπου υπάρχει οικονομία, υπάρχει ζωή

Η πιο αποκαλυπτική λεπτομέρεια κρύβεται μέσα στα ίδια τα δημογραφικά στοιχεία. Τα νησιά με τα χαμηλότερα ποσοστά γήρανσης στην Ελλάδα — η Μύκονος, η Σαντορίνη, η Πάρος, η Κως — δεν είναι αυτά που απορρόφησαν τις περισσότερες επιδοτήσεις. Είναι αυτά που απέκτησαν αυτοδύναμη οικονομία. 

Το συμπέρασμα είναι οφθαλμοφανές.  Όπου υπάρχει πραγματικός λόγος για έναν νέο να μείνει, μένει. Όπου δεν υπάρχει, φεύγει — όσα χρήματα κι αν επενδυθούν σε υποδομές.

Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι ο τουρισμός είναι η λύση παντού. Αποδεικνύει όμως κάτι εξαιρετικά σημαντικό: η ζωή ακολουθεί την οικονομική προοπτική, όχι το κονδύλι. 

Το ζητούμενο επομένως, δεν είναι να γίνουν όλα τα χωριά Μύκονος. Είναι να αποκτήσει κάθε τόπος τη δική του βιώσιμη προοπτική σε όποιο τομέα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα - αγροδιατροφικό, ενεργειακό, παραγωγικό, ψηφιακό η οποιοδήποτε άλλο.

Αφού, λοιπόν,  οι υποδομές έγιναν ή γίνονται, το επόμενο βήμα δεν είναι «περισσότερα έργα».  Είναι κίνητρα - πραγματικά, τολμηρά, συνδεδεμένα με τον τόπο. Όχι οριζόντιες επιδοτήσεις που δεν αλλάζουν τίποτα. Αλλά στοχευμένα μέτρα που καθιστούν την εγκατάσταση σε μια φθίνουσα περιοχή οικονομικά συμφερότερη από την παραμονή στο κέντρο.  

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι να αυξηθούν οι πόροι. Είναι να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αξιολογούμε την αποτελεσματικότητά τους.  

Αντί το κριτήριο επιτυχίας να είναι η απορροφητικότητα των κονδυλίων, θα πρέπει να είναι η δημιουργία ζωής. Αυτό πρακτικά σημαίνει περισσότερες οικογένειες, περισσότερες επιχειρήσεις, περισσότερα παιδιά στα σχολεία, περισσότεροι άνθρωποι που επιλέγουν να μείνουν ή να επιστρέψουν. 

Αυτό με τη σειρά του, προϋποθέτει πολιτικές που ανταμείβουν την εγκατάσταση και την παραγωγική δραστηριότητα. 

Δωρεάν παραχώρηση γης ή κενών δημόσιων κτιρίων σε όσους επενδύουν και παραμένουν στον τόπο, φορολογικά κίνητρα για νέους που επιστρέφουν για να δημιουργήσουν επιχείρηση και στήριξη οικογενειών που επιλέγουν να εγκατασταθούν σε περιοχές όπου ένα σχολείο κινδυνεύει να κλείσει. Μέτρα όπως αυτά, δεν χτίζουν υποδομές, κρατούν ανθρώπους.

Η Χάλκη, για παράδειγμα, ακριτικό νησί της Δωδεκανήσου απέναντι από τα τουρκικά παράλια, κατέγραψε τρεις γεννήσεις το 2024. Τρεις!

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε μείωση ΦΠΑ κατά 30% στα ακριτικά νησιά — ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά όχι αρκετό. Μια μείωση φόρου στα αγαθά μπορεί να ελαφρύνει το κόστος ζωής· δεν αρκεί όμως για να κρατήσει ανθρώπους. Αλλάζει τον λογαριασμό του σούπερ μάρκετ, όχι τη ζωή.

Αν, αντί γι' αυτό, στη Χάλκη υπήρχε μόνιμος γιατρός με αποδοχές δύο ή τρεις φορές υψηλότερες από εκείνες του κέντρου, εκπαιδευτικός με πραγματικά κίνητρα εγκατάστασης και φορολογική ατέλεια δεκαετίας για κάθε νέα παραγωγική δραστηριότητα, τότε το νησί θα είχε λόγο να παραμείνει κατοικημένο. Και η χώρα θα είχε λόγο να το κρατήσει κατοικημένο, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς τη γεωπολιτική του σημασία.

Εκεί βρίσκεται η μεγάλη παρεξήγηση της αναπτυξιακής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών. Μετρήσαμε δρόμους, κτίρια, απορροφήσεις και προϋπολογισμούς, αλλά πολύ λιγότερο τους ανθρώπους. Κι όμως, η πραγματική επιτυχία ενός τόπου δεν είναι όσα κατασκευάστηκαν σε αυτόν, αλλά όσοι επέλεξαν να χτίσουν τη ζωή τους πάνω σε αυτά.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλες φωτογραφίες εγκαινίων. Χρειάζεται φαντασία και τόλμη για να μετατρέψει τη ζωή στην περιφέρεια σε πραγματική επιλογή. 

Γιατί ο άνθρωπος δεν μένει κάπου επειδή τον λυπούνται. Μένει επειδή τον συμφέρει, τον τιμά και του δίνει μέλλον.

Το ερώτημα δεν ήταν ποτέ πόσα ξοδεύτηκαν στις υποδομές. Ήταν, και παραμένει, πόσοι έμειναν πάνω σ' αυτές.