Προσοχή στις απομιμήσεις: Άλλο Γερμανία και άλλο Κορέα!

Προσοχή στις απομιμήσεις: Άλλο Γερμανία και άλλο Κορέα!

του Γιώργου Παυλόπουλου

«Διακήρυξη για την ειρήνη, την ευημερία και την επανένωση της Κορεατικής Χερσονήσου». Ο τίτλος του κοινού ανακοινωθέντος που εκδόθηκε μετά την ιστορική συνάντηση της Παρασκευής, ανάμεσα στον Νοτιοκορεάτη πρόεδρο Μουν Τζάε-ιν και τον Βορειοκορεάτη μονάρχη Κιμ Γιονγκ-ουν, είναι αναμφίβολα φιλόδοξος, όπως συμβαίνει άλλωστε και με το περιεχόμενό του: «Οι δύο ηγέτες δήλωσαν αποφασιστικά, ενώπιον των 80 εκατομμυρίων Κορεατών και ολόκληρου του κόσμου, ότι δεν πρόκειται να υπάρξει άλλος πόλεμος στην Χερσόνησο και, έτσι, έχει ξεκινήσει μια νέα εποχή ειρήνης». 

Αναμφίβολα, δεν πρόκειται για κακή εξέλιξη. Ειδικά μετά τα όσα έχουν προηγηθεί και το γεγονός ότι μέχρι πριν μερικούς μήνες το φάντασμα ενός τρομακτικού πολέμου -αν όχι ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος- πλανιόταν πάνω από την ανατολική Ασία και τον Ειρηνικό. Και πολύ περισσότερο εξαιτίας της «ευλογίας» που έχουν δώσει στη Σεούλ και την Πιονγκγιάνγκ οι δύο ισχυροί «προστάτες» τους, δηλαδή η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο. 

Αυτή ακριβώς η οβιδιακή μεταβολή, όμως, από την ψυχροπολεμική βαρυχειμωνιά στην ειρηνική άνοιξη, δεν μπορεί παρά να μας προβληματίζει και να γεννά ερωτηματικά. Αναγκάζοντάς μας, εκτός των άλλων, να ανατρέξουμε τόσο στην εμπειρία των δύο προηγούμενων συνόδων κορυφής (το 2000 και το 2007) μεταξύ των δύο όμορων γειτονικών χωρών όσο και στην περίπτωση μιας άλλης μεγάλης και ιστορικής επανένωσης: της Ομοσπονδιακής (Δυτικής) και της Λαϊκής (Ανατολικής) Δημοκρατίας της Γερμανίας, το 1990. 

Ο Κιμ Γιονγκ-ιλ, πατέρας του νυν μονάρχη της Βόρειας Κορέας, κατά τις συναντήσεις του με τους προέδρους της Νότιας Κορέας, Κιμ Ντάε-γιουνγκ (2000, κάτω) και Ρο Μου-χιουν (2007, πάνω)

 

Ομοιότητες και διαφορές

Όσον αφορά τις δύο προηγούμενες συνόδους, τα δεδομένα είναι λίγο-πολύ γνωστά: Αν και είχαν επίσης χαρακτηριστεί ως «ιστορική ευκαιρία» για την ειρήνη και την επανένωση (η πρώτη δημόσια κοινή διακήρυξη που την ανέφερε εκδόθηκε το 1972...), τελικά όχι απλώς ναυάγησαν, αλλά δεν απέτρεψαν ούτε τα «θερμά επεισόδια», ούτε τις πολεμικές απειλές, ούτε την ένταξη της Βόρειας Κορέας στο κλαμπ των χωρών που κατέχουν πυρηνικά όπλα. 

Αυτή τη φορά, βεβαίως, δεν αποκλείεται τελικώς οι δύο χώρες να συμφωνήσουν τελικώς, ίσως και εντός του έτους, στην υπογραφή μιας συνθήκης ειρήνης, η οποία θα αντικαθιστά την εκεχειρία με την οποία είχαν τελειώσει οι εχθροπραξίες του 1950-''53. Η διαδικασία της επανένωσης, όμως (αν υποθέσουμε ότι βρίσκεται στο τραπέζι) είναι μια πολύ πιο περίπλοκη υπόθεση -όχι μόνο σε σύγκριση με τη συνθήκη ειρήνης, αλλά και με την περίπτωση της Γερμανίας.

Ας εξηγηθούμε, ευθύς εξαρχής, ξεκαθαρίζοντας ότι υπάρχουν δύο καθοριστικές διαφορές: Η πρώτη έχει να κάνει με το γεγονός ότι τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν αντίπαλο και πρακτικά έπαιζαν μόνες τους στο γήπεδο, καθώς η έτερη υπερδύναμη, η ΕΣΣΔ, είχε καταρρεύσει παταγωδώς και οι επίγονοί της αγωνίζονταν να κρατηθούν στη ζωή και να μην διαλυθούν. Έτσι, επέλεξαν την επανένωση των δύο Γερμανιών για να σφραγίσουν ανεξίτηλα τον θρίαμβό τους, παρακάμπτοντας και τις έντονες αντιρρήσεις που διατύπωναν τότε Βρετανοί και Γάλλοι, φοβούμενοι ότι η ιστορία (και τραγωδία) των Ράιχ θα μπορούσε να επαναληφθεί. 

Όσο για τη δεύτερη διαφορά, έχει άμεση σχέση με την πρώτη και έγκειται στο γεγονός ότι, με βάση τα παραπάνω, δεν τιθόταν ζήτημα αναφορικά με τη ζώνη επιρροής στην οποία θα ανήκε η ενιαία Γερμανία. Το «ανήκομεν εις την Δύσην» ήταν περίπου αυτονόητο, έστω κι αν αρκετοί είχαν ήδη αρχίσει να διαβλέπουν ότι αργότερα η Δύση θα χωριζόταν επίσης σε στρατόπεδα.

Ποιος θα έχει το πάνω χέρι;

Σήμερα, όμως, είναι προφανές ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει. Στα περίπου 30 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, η Ρωσία έχει καταφέρει να σταθεί ξανά στα πόδια της και η Κίνα έχει κάνει ένα τεράστιο άλμα σε όλα τα επίπεδα. Η δεύτερη, μάλιστα, αν και απέχει ακόμη αρκετά από το σημείο που θα μπορούσε να διεκδικήσει τον τίτλο της (πραγματικά) παγκόσμιας υπερδύναμης, το σίγουρο είναι ότι απαιτεί να έχει τον πρώτο λόγο στη γειτονιά της, στην οποία ανήκει και η Κορεατική Χερσόνησος. 

Οι Αμερικανοί, από την πλευρά τους, παρ'' ότι αναγνωρίζουν τις συγκλονιστικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί και εξακολουθούν να συντελούνται, δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να παραδώσουν αμαχητί τα «κεκτημένα» τους και να πουλήσουν τους συμμάχους τους. Καμία υπερδύναμη, εξάλλου, δεν το έχει κάνει στην ιστορία της ανθρωπότητας -και δεν θα είναι αυτοί που θα... χαλάσουν την πιάτσα.

Το συμπέρασμα είναι προφανές: Καθώς εδώ και 65 χρόνια η Βόρεια Κορέα «ανήκει» στην Κίνα και η Νότια στις ΗΠΑ, οι διαπραγματεύσεις για την επανένωση των δύο χωρών ισοδυναμούν με ένα γεωπολιτικό (αλλά και οικονομικό) μπρα-ντε-φερ ανάμεσα στους δύο ισχυρούς, το αποτέλεσμα του οποίου κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει. Σίγουρα δε εξαρτάται από το γενικότερο πλέγμα των διμερών σχέσεων Πεκίνου-Ουάσινγκτον, οι οποίες προμηνύονται ταραχώδεις τα επόμενα χρόνια.

Η «φινλανδοποίηση» της ενιαίας Κορέας, όπως προτείνουν ορισμένοι παραέμποντας στο μοντέλο της σκανδιναβικής χώρας στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, δεν είναι αυτονόητη, ούτε βέβαιο ότι θα λειτουργήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Προσοχή, λοιπόν. Οι αγκαλιές και τα φιλιά στην ουδέτερη ζώνη, η ανταλλαγή φιλοφρονήσεων και επισκέψεων, δεν συνεπάγονται αυτομάτως συμφωνίες.

Korea Summit Press Pool via AP